Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΝΕΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ "ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ"

                     
                
Κυκλοφορείται σε λίγες ημέρες νέο βιβλίο, 304 σελίδων,  από τις εκδόσεις «Ακολουθείν», με τίτλο «Μικρές στάσεις στην Κλίμακα του αγίου Ιωάννου». «Πρόκειται», όπως σημειώνεται στον Πρόλογο του βιβλίου, «για μία απόπειρα προσέγγισης κάποιων κεφαλαίων του οσίου (70 τον αριθμό), ένα είδος μικρής και άτεχνης σπουδής τους, που επειδή μίλησαν στη δική μας καρδιά, πιστεύουμε ότι μπορεί εξίσου να μιλήσουν στην καρδιά και των επαϊόντων αλλά και των λιγότερο ενημερωμένων».
Η κλίμακα του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, σημειωτέον, αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία της χριστιανικής πίστεως, αν όχι το πιο αγαπημένο μετά την Αγία Γραφή. Γράφτηκε από τον όσιο πρωτίστως για τους μοναχούς, αλλά αγαπήθηκε πολύ και από τους κοσμικούς λεγόμενους χριστιανούς, δεδομένου ότι αποκαλύπτει όλα τα μυστικά της πνευματικής ζωής, τα οποία είναι απαραίτητο να γνωρίζει τόσο βεβαίως ο μοναχός όσο και ο εν τω κόσμω ευρισκόμενος χριστιανός.
Από την Τρίτη σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία. Τιμή κόστους: 10 ευρώ.

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


Ο άγιος Σπυρίδων δεν ανήκει στους διδασκάλους της Εκκλησίας, σε εκείνους δηλαδή, σαν τον άγιο Αθανάσιο, σαν τον άγιο Βασίλειο, σαν τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, που σε συγκεκριμένη κρίση που πέρασε αυτή λόγω κάποιας αίρεσης, φωτίστηκαν από τον Θεό για να δώσουν απάντηση. Ανήκει όμως στους Πατέρες της, που κύριο γνώρισμά τους έχουν την εμπειρία του Θεού και συνεπώς τη γνώση που δίνει αυτή η εμπειρία. Έτσι ο άγιος Σπυρίδων με αυτήν την εκ Θεού εμπειρική γνώση του – απόρροια της ορθής μετοχής του στην Αποστολική Παράδοση («αποστολικής διδασκαλίας γενόμενος έμπλεως» όπως λέει ένα τροπάριο της ακολουθίας του) – μπόρεσε να συμβάλει και αυτός με τον δικό του απλό τρόπο στην υπέρβαση της κρίσης που προκαλούσε στην εποχή του ο Αρειανισμός. «Καταλαμπόμενος από το φως και τη δόξα του αγίου Πνεύματος, κατέστρεψε ο σοφός Ιεράρχης την τρέλλα του Αρείου. Γι’ αυτό, αφού δογμάτισε με απλό τρόπο και με πίστη την αγία Τριάδα, δοξάσθηκε από τους σοφούς και τους συνετούς Πατέρες, και έδωσε κύρος στη Σύνοδο».  Το περιστατικό στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), που σηκώθηκε και έκανε θαύμα με ένα κεραμίδι, για να δείξει ότι η αγία Τριάδα είναι τρεις υποστάσεις αλλά έχει μία φύση ή ουσία, είναι γνωστό σε όλους. Ο λόγος του δηλαδή μπορεί να μην επαρκούσε με τη χρήση αποδεικτικών επιχειρημάτων, η αλήθεια όμως που ζούσε βρήκε τρόπο να εκφραστεί: το κεραμίδι ήταν ένα, αλλά αναλύθηκε στα εξ ων συνετέθη: το χώμα, το νερό, τη φωτιά που έψησε τον πηλό.

 

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΔΑΝΙΗΛ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ


Το ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτο στοιχείο της υμνολογίας του οσίου Δανιήλ είναι το γεγονός ότι ο   όσιος υπερέβη τα πάθη του και ανέβηκε στον Θεό με το ραβδί της εγκρατείας. Την εγκράτεια του οσίου Δανιήλ προβάλλει και τονίζει διαρκώς ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, διότι δι’ αυτής πορεύτηκε σε όλη τη ζωή του ο όσιος, αποδεικνύοντας ότι τον νου και την καρδιά του τα είχε μεταθέσει στον Κύριο: μόνον ο «κολληθείς τω Κυρίω» μπορεί να εγκρατευτεί, με την έννοια ακριβώς να περιορίσει την εμπαθή προσκόλλησή του στον κόσμο τούτο.  «Τας ορέξεις, Πάτερ, και παθών τας ορμάς εχαλίνωσας, εγκρατείας πόνοις». (Χαλίνωσες, Πάτερ, τις ορέξεις και τις ορμές των παθών, με τους κόπους της εγκράτειας). Την αρετή της εγκρατείας, που συνιστά καρπό της παρουσίας του αγίου Πνεύματος («ο γαρ καρπός του Πνεύματός εστιν…εγκράτεια»), έχουμε ιδιαιτέρως ανάγκη και εμείς σήμερα, σε εποχή που ο κόσμος με τα θέλγητρά του έχει γίνει σχεδόν η αποκλειστική πηγή ζωής του ανθρώπου, δυστυχώς και του χριστιανού. Αλλά το πράγμα είναι πολύ καθαρό και το τονίζει και η ζωή του οσίου Δανιήλ: δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει τον Θεό, δεν μπορεί να ανεβεί λίγο πνευματικά, δεν μπορεί δηλαδή να γευτεί τον Χριστό, χωρίς τη γενική αρετή της εγκρατείας. Στον βαθμό που αρχίζουμε να χαλιναγωγούμε τις ορέξεις μας: στις πράξεις, στα λόγια μας, στις επιθυμίες και τους λογισμούς μας, θα αρχίσουμε να γινόμαστε αληθινοί χριστιανοί. Ειδικά, ενόψει της εορτής των Χριστουγέννων, θα λέγαμε ότι τούτο αποτελεί μονόδρομο.

 

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΤΑΠΙΟΣ


«Ο όσιος Πατάπιος ορμώμενος από τις Θήβες της Αιγύπτου επέλεξε τη μοναχική ζωή και ακολούθησε τον Χριστό. Ασκήθηκε για πολλά χρόνια στην έρημο κι έπειτα ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έκανε πάρα πολλά θαύματα: έδωσε το φως σε τυφλούς, θεράπευσε υδρωπικούς με χρίση αγίου ελαίου, έδιωξε δαίμονες, θεράπευσε και καρκίνο. Στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Κύριο εν ειρήνη».

Φαίνεται λίγο περίεργο το γεγονός ότι ένας τόσο μεγάλος ασκητής, με τόση σκληραγωγία απέναντι στον εαυτό του, είχε μία τόσο τρυφερή καρδιά, έτοιμη να καμφθεί μπροστά στις ικεσίες του κάθε πονεμένου. Αλλά τούτο δεν μας παραξενεύει. Διότι η άσκηση ενός χριστιανού πιστού σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπεί: να ελέγξει ο ίδιος, με τη χάρη του Θεού, τα πάθη του εγωισμού του και να τα μεταποιήσει σε πάθος αγάπης. Έτσι όσο πιο σκληρή η σκληραγωγία, τόσο και πιο «σάρκινη» η καρδιά, τόσο και μεγαλύτερη η ευαισθησία και η τρυφερότητα. Μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός των πάντων στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας είναι να φθάσει ο άνθρωπος να ζει ορθά την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αν μάλιστα δεν υπάρχει η θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπο, πρέπει να αμφισβητήσουμε και την υποψία έστω της αγάπης προς τον Θεό. Κι εκείνο που επίσης φανερώνει την αλήθεια της αγάπης είναι βεβαίως η ταπείνωση, η βάση όλων των αρετών. Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνει και πάλι η γραφίδα του αγίου υμνογράφου. «Οπλισμένος με την αγάπη, όσιε, σαν ξίφος, και υπό την σκέπη της ενθέους σου ταπεινώσεως, σαν ένας είδος ασπίδας, εξαφάνισες τα στίφη των δαιμόνων». «Απέκτησες ταπείνωση, αγρυπνία και ισχυρή δέηση, καθαρή αγάπη, πίστη, ελπίδα, και έγινες συνόμιλος των επουρανίων αγγέλων, πάτερ όσιε».

 

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΟΛΙΑΝΩΝ

 
«Ο άγιος Αμβρόσιος αναπτύχθηκε στη μεγαλόδοξη πόλη Ρώμη, ήταν ένας από τη Σύγκλητο και τηρούσε πάντοτε την αλήθεια και στα λόγια και στα έργα. Κατά προσφυή τρόπο υπήρξε ένα είδος ζυγού και στάθμης του δικαίου, αποφασίζοντας σε όλες τις περιπτώσεις που του τύχαιναν όχι διφορούμενα αλλά σταθερά και ορθά. Γι’  αυτό και οι ευσεβείς βασιλείς Κωνσταντίνος και Κώνστας, υιοί του μεγάλου Κωνσταντίνου, του εμπιστεύθηκαν την ηγεμονία της Ιταλίας. Χωρίς ακόμη να έχει βαπτιστεί, ευρισκόμενος στην τάξη των κατηχουμένων, ζούσε την αρετή και την καθαρότητα του βίου όχι λιγότερο από εκείνους που ήδη ήταν μέλη της Εκκλησίας και μετείχαν στα Μυστήρια. Με απόφαση του βασιλιά Ουαλεντιανού ο άγιος Αμβρόσιος προχειρίζεται αρχιερέας της Εκκλησίας των Μεδιολάνων, γιατί εκείνον τον καιρό απέθανε ο προηγούμενος επίσκοπος, οπότε μαζί με το βάπτισμα που έλαβε, διήλθε κατά την τάξη της Εκκλησίας όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, φτάνοντας στον τελευταίο. Έκτοτε δίδασκε την ορθόδοξη πίστη και ζωή καλώς και ορθώς, κρατώντας την Εκκλησία μακριά από κάθε αίρεση και υπερασπιζόμενος αυτούς που αγωνίζονταν κατά των αιρέσεων του Αρείου και του Σαβελλίου και του Ευνομίου. Συνέταξε διάφορα βιβλία υπέρ της ευσεβούς πίστεως, ενώ όταν ο βασιλιάς Θεοδόσιος ήλθε στην πόλη των Μεδιολάνων, μετά από διαταγή του να φονευτούν πολλοί στη Θεσσαλονίκη, τον εμπόδισε να εισέλθει στην Εκκλησία, θυμίζοντάς του αυτά που είχε αποτολμήσει να κάνει και διδάσκοντάς τον πόση διαφορά υπάρχει μεταξύ ιερωμένου, λαϊκού και βασιλιά. Κι αφού τον νουθέτησε να μη προσέρχεται στα θεία με αυθάδεια και αναίδεια, τελείωσε τη ζωή του με καλά γηρατειά».
 
Εκεί που αναδείχτηκε στον πιο μεγάλο βαθμό το ταλέντο του αγίου Αμβροσίου ήταν στη διδασκαλία της πίστεως. Ο άγιος Αμβρόσιος υπήρξε μέγας δάσκαλος και για τη Δύση που έδρασε, αλλά και για την Ανατολή. Και τούτο γιατί πέραν του φωτισμού που είχε από τον Θεό, αξιοποίησε και όλες τις φυσικές δυνάμεις του στο να εκμάθει την ελληνική γλώσσα, και συνεπώς να έλθει σε επαφή με τα θεόπνευστα κείμενα των μεγάλων Πατέρων της Ανατολής, του αγίου Αθανασίου, του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Μέσω αυτού μάλιστα μεταγγίστηκε η πατερική αυτή γνώση και στη Δύση, μία προσφορά κολοσσιαία όντως του αγίου Αμβροσίου. Ο άγιος Αμβρόσιος αφομοίωσε δημιουργικά όλη αυτή τη θεολογία και προσπάθησε να τη μεταφέρει στους πιστούς του με τον πιο άμεσο και καίριο τρόπο. Ο υμνογράφος του λοιπόν, γνώστης όλης αυτής της καταστάσεως,  εξαντλεί το μεγαλύτερο ποσοστό των ύμνων του προκειμένου να αναδείξει ακριβώς αυτό το θεόσδοτο χάρισμά του.  Πάνω σ’ αυτό το χάρισμα της διδασκαλίας του αγίου θα πρέπει να επισημάνουμε δύο στοιχεία, που επισημαίνει και ο υμνογράφος: αφενός το γεγονός ότι ο Αμβρόσιος, μέσα στην ποιμαντική του αγωνία, συνέθεσε και ύμνους λειτουργικούς, προκειμένου πιο εύκολα να αφομοιωθούν οι διδασκαλίες του από τον πιστό λαό, κάτι που έχει μείνει στην ιστορία ως το «Αμβροσιανό μέλος», αφετέρου ότι ο άγιος Αμβρόσιος τη διδασκαλία του την συνδύαζε πάντοτε με την αγία ζωή του. Ο άγιος δηλαδή δεν δίδασκε κάτι που ο ίδιος δεν το είχε φτάσει, σύμφωνα και με του Κυρίου την υπόδειξη: «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται», οπότε η διδασκαλία του συνδυασμένη με την αγία βιωτή του έφθανε στους πιστούς ως κυριολεκτικά ευώδες θυμίαμα που κατευωδίαζε τις αισθήσεις τους. 

 

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια των τυράννων Διοκλητιανού και  Μαξιμιανού και διέπρεψε πρώτα ως μοναχός. Έπειτα λόγω της μεγάλης αρετής του δέχτηκε την αρχιερωσύνη. Επειδή όμως πίστευε στον Χριστό και κήρυσσε ελεύθερα την χριστιανική πίστη και ζωή, συνελήφθη από τους άρχοντες της πόλεως κι αφού υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και στρεβλώσεις του σώματός του, ρίχτηκε στη φυλακή μαζί και με άλλους χριστιανούς. Όταν όμως ο μεγάλος και ευσεβής Κωνσταντίνος απέκτησε τη βασιλεία των Ρωμαίων με το θέλημα του Θεού, ελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι, και μαζί με αυτούς και ο Νικόλαος, ο οποίος πήγε στα Μύρα. Μετά από λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου και η πρώτη εν Νικαία Σύνοδος, της οποίας μέλος ήταν και ο θαυμαστός Νικόλαος.
Αυτός έκανε πολλά και διάφορα θαύματα, όπως δηλώνει και η ιστορία του.  Διέσωσε μάλιστα και τρεις άντρες που συκοφαντήθηκαν και επρόκειτο να πεθάνουν άδικα. Διότι ευρισκόμενοι στη φυλακή, έμαθαν τον χρόνο που έμελλε να αποκεφαλισθούν και επικαλέστηκαν τον άγιο σε βοήθειά τους, θυμίζοντάς του τις διάφορες ευεργεσίες που έκανε και πώς έσωσε στη Λυκία τρεις άνδρες που επρόκειτο κι αυτοί να χάσουν τη ζωή τους. Λοιπόν ο ταχύς και θερμός σε βοήθεια, ο άγιος Νικόλαος δηλαδή, φανερώνεται στον βασιλιά και στον έπαρχο κατά τον ύπνο τους. Και τον μεν έπαρχο επιτιμά για την συκοφαντία των ανδρών προς τον βασιλιά, τον δε βασιλιά διδάσκει και του υπενθυμίζει  ότι οι φυλακισμένοι άνδρες είναι αθώοι και από φθόνο κατηγορήθηκαν. Οπότε τους λύτρωσε από την επικείμενη τιμωρία. Επί πλέον και άλλα πολλά τεράστια θαύματα επιτέλεσε, κι αφού ποίμανε τον ορθόδοξο λαό με ιερό τρόπο κι έφτασε σε βαθύ γήρας, εξεδήμησε προς τον Κύριο, χωρίς όμως να ξεχάσει μετά το τέλος του το ποίμνιό του. Διότι καθημερινά, θα λέγαμε, πρόσφερε τις ευεργεσίες του σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη και τους έσωζε από παντός είδους κινδύνους και περιστάσεις».

Ο τόπος της επισκοπής του αγίου Νικολάου, τα Μύρα, γίνονται εν πρώτοις αφορμή για τον υμνογράφο άγιο Θεοφάνη να φανερώσει το πνευματικό βάθος του αγίου, ότι δηλαδή ο ίδιος αναδείχθηκε πνευματικό μύρο, αφού χρίστηκε από το νοητό μύρο, το άγιο Πνεύμα. Ως μυροβολών λοιπόν το μύρο της χάρης του Θεού το προσφέρει στους πιστούς, που με πίστη και πόθο τελούν την πανσέβαστη μνήμη του. «Μύροις παροικήσας αισθητώς, μύρον αληθώς ανεδείχθης μύρω χρισθείς νοητώ, άγιε Νικόλαε, αρχιεράρχα Χριστού∙ και μυρίζεις τα πρόσωπα των πίστει και πόθω σου την παναοίδιμον μνήμην τελούντων αεί». Η εικόνα αυτή του μυρωμένου από τον Θεό αγίου που «μυρίζει» σαν άνοιξη τους πιστούς, είναι από τις αγαπημένες εικόνες του υμνογράφου του. Πράγματι έρχεται και επανέρχεται ο Θεοφάνης με αυτήν την σκέψη, με σκοπό βεβαίως να θυμίσει ότι στην πραγματικότητα ο άγιος Νικόλαος "υπήρξε μιμητής των αγίων Αποστόλων, που πρώτοι αυτοί υπήρξαν τα μυροδοχεία του αγίου Πνεύματος, συνεπώς σαν εκείνους και ο ίδιος περιπολεύει την οικουμένη για να προσφέρει την βοήθειά του".
Ο άγιος Θεοφάνης δεν παραλείπει βεβαίως, έστω και σε μικρότερη έκταση, να τονίσει και τον τρόπο που ο άγιος έγινε κατοικητήριο του Θεού και συνεπώς μυροθήκη του Πνεύματός Του. Χρησιμοποιεί μάλιστα για να δείξει την πνευματική του άσκηση και μία εξαίσια εικόνα, παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη: ο άγιος Νικόλαος έγινε νέος Αβραάμ και ευλογήθηκε από τον Θεό ως έχων και αυτός την αρετή της φιλοξενίας. Τι έκανε λοιπόν από πλευράς πνευματικής ασκήσεως ο άγιος; Όπως πρόσφερε  ο Αβραάμ θυσία στον Θεό τον μονογενή του υιό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Νικόλαος: πρόσφερε στον Θεό θυσία τον νου του, σαν να ήταν ο μονογενής υιός του. Ο άγιος με άλλα λόγια χαριτώθηκε από το Πνεύμα του Θεού, διότι αγάπησε ολοκάρδια τον Θεό, τόσο ώστε ο νους του αδιάκοπα ευρισκόταν προσκολλημένος σ’  Εκείνον. «Αποδείχθηκες νέος Αβραάμ, Νικόλαε, γιατί οδήγησες τον νου στον Δεσπότη σου, σαν μονογενή υιό, προσφέροντάς του πάντοτε αναίμακτες θυσίες, και έτσι ευλογήθηκες σαν φιλόξενος, Πάτερ, και έγινες κατοικητήριο θείο και άμωμο».

 

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ


«Στη χώρα του Εμείς… Το μυστήριο του Γάμου»
 των π. Συμεών Βενετσιάνου, π. Αντωνίου Καλλιγέρη, Μαρίας Ξηρουχάκη.
 
Θα ήθελα καταρχάς να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στους αγαπητούς συγγραφείς που με ενέταξαν στους παρουσιαστές του βιβλίου τους. Αυτό είναι δείγμα της εμπιστοσύνης τους και της καλής διάθεσής τους απέναντί μου. Ευχαριστώ λοιπόν πολύ γι’ αυτό. Εισέρχομαι κατευθείαν στο θέμα.
Το βιβλίο «Στη χώρα του Εμείς… Το μυστήριο του Γάμου», των π. Συμεών Βενετσιάνου, π. Αντωνίου Καλλιγέρη καί κ. Μαρίας Ξηρουχάκη, νομίζω πως κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις «Ελληνοεκδοτική» όχι τόσο για να καλύψει ένα κενό στο συγκεκριμένο και πάντοτε ενδιαφέρον και επίκαιρο θέμα του γάμου και των συν αυτώ, δηλαδή της συζυγίας και της οικογένειας – διότι στις ημέρες μας είναι αλήθεια έχουν εκδοθεί πολλά βιβλία επί του προκειμένου, όπως καταφαίνεται άλλωστε άμεσα από την ενδεικτική βιβλιογραφία που παραθέτουν οι συγγραφείς στο τέλος του πονήματός τους – όσο για να συμπληρώσει τα ήδη υπάρχοντα μ’ έναν τρόπο που είναι πολύ θελκτικός και γοητευτικός θα έλεγε κανείς στον σύγχρονο άνθρωπο είτε  χριστιανό είτε όχι: με το ολιγάριθμο των σελίδων του και το ευσύνοπτο των κειμένων του, με τις καίριες επισημάνσεις του, με την ποικιλία των μερών που περιλαμβάνει, με την ένταξη ανάμεσα στα κείμενα των συγγραφέων συντόμων αποσπασμάτων σχετικά πάντοτε με το θέμα του γάμου από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τον όσιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, τον ίδιο τον απόστολο Παύλο με το ανάγνωσμά του (εν νεοελληνική μεταφράσει) που διαβάζεται στο μυστήριο του γάμου.
Πράγματι, το εξ εκατόν τριών σελίδων συλλογικό βιβλίο απαρτίζεται, όπως φαίνεται πολύ καθαρά στα Περιεχόμενά του, από επτά κείμενα, που με τη σειρά τους είναι: 1. Στη χώρα του «εμείς»…, του πρωτοπρεσβυτέρου Αντωνίου Καλλιγέρη, 2. Εις την προς Εφεσίους επιστολή, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, 3. Οι πνευματικοί συμβολισμοί του Μυστηρίου του Γάμου, του αρχιμανδρίτη Συμεών Βενετσιάνου, 4. Απόσπασμα (για τη συζυγία) από το Ανθολόγιο Συμβουλών Αγίου Πορφυρίου, 5. Προϋπόθεση για μια υγιή οικογένεια… η υγιής συζυγία, της ψυχολόγου Μαρίας Ξηρουχάκη, 6. Προς Εφεσίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, 7. (ως επιστέγασμα και σύνοψη θα έλεγε κανείς των καίριων σημείων των προγενεστέρων κειμένων) Ζήστε τον γάμο σας… Με ευτυχία!
Επτά κείμενα που με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι συμπλέκουν στο θέμα του γάμου την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, με τους Πατέρες της Εκκλησίας, παλαιότερους (στο πρόσωπο του αγίου Χρυσοστόμου) και νεώτερους (στο πρόσωπο του αγίου Πορφυρίου), κάτω όμως από την θεολογική και ερμηνευτική πνοή και ευθύνη συγχρόνων θεολόγων που κινούνται άνετα μέσα στην ευρύτερη Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, η οποία (Παράδοση)  ταυτοχρόνως συνεπικουρείται και από τα σύγχρονα πορίσματα της ορθολογικής και σεμνής ψυχολογίας, όπως τούτο φανερώνεται από τη συμβολή της ψυχολόγου κ. Ξηρουχάκη. Στην ουσία, όλα τα κείμενα αποτελούν το καθένα από τη σκοπιά του έναν υπομνηματισμό της εκκλησιαστικής ακολουθίας του Γάμου, κάτι που   σαφώς δηλώνεται ήδη από τον Πρόλογο του πρώτου κειμένου: «Με το μικρό αυτό βιβλίο μοιραζόμαστε μαζί σας τις βασικές αρχές που μαρτυρούνται στο κείμενο της ακολουθίας του Μυστηρίου του Γάμου, οι οποίες δυνάμει στηρίζουν διαχρονικά τη συζυγική σχέση κτίζοντας ουσιαστικά το μέλλον της νεοσύστατης οικογένειάς σας» (σελ. 11).
Έτσι οι συγγραφείς, οι οποίοι είναι συντονισμένοι και εναρμονισμένοι μεταξύ τους ως προς το γεγονός ότι αποτελούν στελέχη του Ιδρύματος Νεότητας και Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, συνεπώς δρουν και κινούνται μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Παράδοσης, αφενός δηλώνουν ότι απευθύνονται πρωτίστως σε όλα τα  μέλη της χριστιανικής κοινότητας, κυρίως τα νεώτερα αλλά και τα μεγαλύτερα σε ηλικία, αφετέρου αποσκοπούν στο να αναδείξουν αυτό που όντως συνιστά τη διδασκαλία της Εκκλησίας περί του γάμου και της συζυγίας. Και πρέπει να το διευκρινίσουμε: ενώ σε πρώτη φάση η έγνοια των συγγραφέων είναι οι μελλόνυμφοι ή γενικώς εκείνοι που σκέπτονται τον γάμο, σε δεύτερο επίπεδο έχουν κατά νου και όλους εκείνους τους εγγάμους, οι οποίοι είτε εισήλθαν στον γάμο τους ανέτοιμοι και ίσως βιώνουν τη χωρίς νόημα συζυγική και οικογενειακή ζωή τους είτε έχασαν το νόημα στην πορεία της έγγαμης ζωής, καθώς απορροφήθηκαν από τη ρουτίνα και τα προβλήματα της καθημερινότητάς τους. Κι έχουν λοιπόν ως σκοπό τους, όσον εξαρτάται από αυτούς, να αναδείξουν το τι πράγματι λέει η Εκκλησία μας περί του γάμου και το πώς αυτό που συνήθως κατανοείται ως ένας απλός θεσμός ή ίσως μία κοινωνική επιταγή, τελικώς αποτελεί ένα μυστήριο, «μυστήριον μέγα» μάλιστα κατά τον απόστολο Παύλο, που την ανδρογυνική σχέση την ανάγει στη σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας. Η σχέση του Χριστού με την Εκκλησία είναι εκείνη που φωτίζει και τη σχέση του άνδρα με τη γυναίκα, γι’ αυτό, θα τονίσουν οι συγγραφείς και μάλιστα οι ιερείς, ότι το καθοριστικό στοιχείο της σχέσης τους, αυτό που όντως νοηματοδοτεί την ενότητά τους, είναι η αγάπη, γιατί η αγάπη, θυσιαστικού αυτονοήτως  χαρακτήρα, είναι ό,τι χαρακτηρίζει τον Χριστό προς το σώμα Του την Εκκλησία, κι αυτή την αγάπη προβάλλει η χριστιανική πίστη ως πρότυπο και για τους συζύγους.
Κι είναι εξόχως σημαντική η επανειλημμένη επισήμανση του βιβλίου, από τις πιο καίριες νομίζουμε που κατατίθενται, ότι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, λόγω δηλαδή της αληθινής αγάπης ως αυτοπροσφοράς του ενός προς τον άλλον, ο γάμος δεν αποτελεί τροχοπέδη και ανάχωμα, η συζυγία δεν είναι ζυγός που σε σκλαβώνει, αλλά που σου δίνει φτερά για να πετάξεις και να ελευθερωθείς. «Η αγάπη που ενώνει δύο ανθρώπους, σημειώνει ο π. Αντώνιος για παράδειγμα, βοηθά στη φανέρωση και στην άνθιση των δώρων που ο Θεός απλόχερα εμπιστεύτηκε στον άνθρωπο… κι επομένως αυτό που έχουν ανάγκη οι σύζυγοι είναι η γονιμοποίηση των δώρων και όχι κάποια αμφιβόλου αξίας συνταγή ευτυχίας» (σελ. 9-10). Και παρακάτω: «στο βάθος της ψυχής μας υπάρχουν χαρίσματα, δώρα του Θεού, που βγαίνουν στο φως επειδή μας οδήγησε σε αυτά η συνοδοιπορία μας με τον/τη σύζυγό μας· και ως εκ τούτου… ο γάμος δεν είναι στέρηση της ελευθερίας μας αλλά αφορμή για να την ανακαλύψουμε» (σελ. 12). Παραδοξότητες δηλαδή, όπως θα έλεγε ένας σύγχρονος άνθρωπος, που ο εκκοσμικευμένος τρόπος ζωής τον έχει ρουφήξει στα γρανάζια του. «Ο γάμος υπηρετεί την ελευθερία; Ο γάμος αποκαλύπτει τα κρυμμένα δώρα του Θεού στον άνθρωπο;» Για να  φτάσει βεβαίως στην απόλυτη έκπληξη, όταν διαβάσει την κατάθεση των συγγραφέων εν προσώπω του π. Αντωνίου και πάλι, ότι «εντός της έγγαμης συζυγίας καλλιεργείται (κι αυτός) ο έρωτας» (σελ. 13).  Μα, «ο γάμος δεν σκοτώνει τον έρωτα; Αυτό δεν διδάσκει η ίδια η ζωή; Αυτό δεν λένε όλοι;»
Οι συγγραφείς βεβαίως ξέρουν τι λένε. Γνωρίζουν τις ενστάσεις, τις απορίες, το τι επικρατεί στη σύγχρονη κοινωνία, ακόμη και τη θεωρούμενη χριστιανική. Μα, είπαμε, πρόκειται για μια εκκοσμικευμένη κοινωνία, όπου ο Χριστός έχει εξοβελιστεί, ή στην καλύτερη περίπτωση, έχει τεθεί στο περιθώριο της ζωής, με αποτέλεσμα το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού» του Κυρίου να έχει γίνει «ζητείτε πρώτον» ό,τι ευχαριστεί τις αισθήσεις σας, ό,τι προάγει την… τσέπη σας, ό,τι προβάλλει το όνομά σας!  Γι’ αυτό και ο παπα-Αντώνης, ο παπα-Συμεών, η κ. Ξηρουχάκη επιμένουν και εξηγούν: το μυστήριο του εκκλησιαστικού γάμου θέλουμε να φέρουμε ανάγλυφα ενώπιον όλων. Και δίνουν την εξήγηση των παραδοξοτήτων: όλη η ανατροπή της σκέψης του σύγχρονου εκκοσμικευμένου ανθρώπου στηρίζεται στον αρχηγό της πίστης, τον Σωτήρα Χριστό. Αυτός τίθεται  αν αγίω Πνεύματι ως βάση του ζεύγους, Αυτός ενώνει όντως τους ανθρώπους, καθώς τους δίνει τη δύναμη υπέρβασης των εγωιστικών δεσμεύσεών τους και της καθαρής εν αγάπη απόβλεψης του ενός προς τον άλλον, περαιτέρω δε και προς κάθε συνάνθρωπό τους, συνεπώς ο Χριστός οδηγεί τους συζύγους  στην έκπληξη του γνήσιου έρωτά τους, της αυθεντικής αγάπης τους, της ψυχικής και πνευματικής ελευθερίας τους. «Ό,τι ενώνει τους συζύγους δεν είναι μόνο η φυσική έλξη των δύο φύλων, θα τονίσει ο π. Συμεών, η κοινωνική σκοπιμότητα κλπ.  αλλά πρώτιστα όλων τους ενώνει ο Χριστός» (σελ. 64-65). Γι’ αυτό και τελικά η σχέση από οριζόντια και υπηρετική της φθοράς γίνεται μυστήριο, με την παρουσία του Χριστού που δίνει ώθηση στον άνδρα και στη γυναίκα να μπορούν από κοινού να πορευτούν για την είσοδό τους στη βασιλεία του Θεού. «Όταν ο γάμος γίνει μυστήριο, τονίζεται και πάλι στο βιβλίο, τότε μεταθέτει τους συζύγους και τον φυσικό τους γάμο από τον παλαιό, αλύτρωτο και χωρίς Θεό κόσμο του εγωισμού, της φθοράς και του θανάτου, στον καινό, θεανθρώπινο κόσμο της Βασιλείας του Θεού, της αγάπης της Εκκλησίας» (σελ. 64). Οπότε ο γάμος δεν είναι το τέλος, «δεν είναι ο σκοπός του ανθρώπου, η σωτηρία είναι ο σκοπός του ανθρώπου. Ο γάμος είναι ο τρόπος, ο δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία, έτσι τον βλέπει και η παράδοση των Πατέρων μας ως «οδόν σωτηρίας και τρόπον θεώσεως» (σελ. 64).  
Η Εκκλησία μας με τα λόγια που λέει στο μυστήριο αλλά και με όλες τις συμβολικές κινήσεις που υπάρχουν σ’ αυτό, σημειώνουν οι συγγραφείς, αποκαλύπτει και όλες τις άλλες πλευρές που συνυπάρχουν με την αγάπη. Η αγάπη είναι η κινητήρια δύναμη, η πιο θεμελιώδης αυτή χάρη του Θεού στον άνθρωπο που την αποδέχεται, αλλά μαζί με αυτή αποκαλύπτονται και οι άλλες συνιστώσες της, που γίνονται και αυτές «οδοδείκτες» των συζύγων κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό των συγγραφέων (σελ. 11 κ.α.). Και τέτοιες συνιστώσες είναι, μας υπενθυμίζει  ο π. Αντώνιος, η ενθάρρυνση και η στήριξη του ενός προς τον άλλον σύζυγο, η αφιέρωσή τους ως προσφορά του καθενός, η επικοινωνία και το μοίρασμα, η μοναδικότητα της σχέσης τους, η ανάπτυξή τους ως ωρίμανση ψυχική και πνευματική, η ενότητά τους που δηλώνεται και με την άρμοση των χεριών τους από τον ιερέα, ο αλληλοσεβασμός τους, η χαρά ως καρπός της αγάπης τους.
 Σ’ αυτό το τελευταίο για τη χαρά μπορεί κανείς να βάλει πολλά ερωτηματικά. Σ’ έναν κόσμο στον οποίο περισσεύει η κατήφεια, η μελαγχολία, η μιζέρια, που και το καλημέρα ακόμη ακούγεται μισό και με παγωμένη καρδιά, ακόμη και από τους θεωρούμενους χριστιανούς, τι χαρά μπορεί κανείς να βρει; Το θέτει και ο ίδιος ο συγγραφέας ερωτηματικά: «Είναι οδοδείκτης η χαρά;» Κι αυτό γιατί, κατά την παρατήρηση του ίδιου, «η έγγαμη ζωή έχει ταυτιστεί με προβλήματα και δυσκολίες. Συχνά ένας αδιόρατος φόβος σκιάζει τα πρόσωπα των μελλονύμφων, ο οποίος έχει να κάνει με ένα άθροισμα υποχρεώσεων που μοιάζει σαν απέραντο αδιάβατο πέλαγος» (σελ. 36). Κι όμως! θα πει ο συγγραφέας σε πείσμα κάθε οριζόντιας λογικής, στηριγμένος στο ευαγγέλιο του Χριστού. «Ορίζοντας των ερωτευμένων συζύγων είναι η χαρά, η πληρότητα που αισθάνεται ο καθένας εξαιτίας της αγάπης και της παρουσίας του άλλου στη ζωή του. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς σκοπούς που έχει η τέλεση του Μυστηρίου του Γάμου, είναι ο Χριστός να αυξάνει, να βαθαίνει και να διευρύνει με την παρουσία Του τη χαρά στη ζωή των συζύγων» (σελ. 37). Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: η παρουσία του Χριστού. Κατά τον συγγραφέα «οι σύζυγοι», όχι μόνοι τους, αλλά «ακολουθώντας τον Χριστό ιδρύουν μια μικρή Εκκλησία, προσπαθούν να κάνουν τη Ζωή Του ζωή τους. Γι’ αυτό μπορούν να αντιληφθούν ότι πίσω από τον κόπο και τον πόνο των υπερβάσεων, πίσω από τη θυσία προσωπικών επιδιώξεων για χάρη του άλλου προσώπου, πίσω από τις ακάλεστες θλίψεις που τους επισκέπτονται, κρύβεται το φως της προσωπικής τους ανάστασης, η οποία συνακολουθεί την Ανάσταση του Χριστού και βαθαίνει ακόμη περισσότερο τη συζυγική σχέση» (σελ. 37).
Μεγαλειώδης προοπτική! Όραμα που υπερβαίνει τη φύση: μαζί με τον Χριστό, σε πραγματική κοινωνία μαζί Του, πνευματική και μυστηριακή, ο ένας άνθρωπος, άνδρας και γυναίκα, πορεύονται εν χαρά έστω και μέσα στις θλίψεις για την «κατάκτηση» της Βασιλείας του Θεού. Κι αυτό το όραμα που αποτελεί πρόκληση για πειραματισμό και ζωή από την Εκκλησία, μας λένε οι συγγραφείς δεν είναι μόνο για τους συζύγους. Είναι και για τα παιδιά που θα φέρουν στον κόσμο, είναι και για όλον τον κόσμο. Σποραδικά οι δύο ιερείς, κατεξοχήν η κ. Ξηρουχάκη έρχεται να μας προβάλει και αυτήν την πραγματικότητα: όταν οι σύζυγοι ζουν υγιώς, που θα πει εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία, τότε θα στήσουν τις πιο στέρεες βάσεις και για μια ομαλή οικογένεια. Τα παιδιά θα βρίσκονται σε ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρξει: μέσα στη χάρη του Θεού. «Φροντίζοντας κανείς τη συζυγία του, θα επισημάνει η συγγραφέας και με τα εφόδια της επιστήμης της, μόνο οφέλη μπορεί να έχει τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένειά του» (σελ. 85). Και παρακάτω: «Εξελίσσοντας τη συζυγική μας σχέση… κάνουμε στα παιδιά μας το καλύτερο δώρο… Χτίζουμε μια υγιή οικογένεια» (85-86). Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο, θα επιτραπεί να υπενθυμίσουμε, το τι προέτρεπαν οι σύγχρονοι όσιοι Γέροντες της εποχής μας, πατέρες Πορφύριος και Παΐσιος: «Αγιάστε οι γονείς τους εαυτούς σας και θα δείτε πώς τα παιδιά σας θα γεμίσουν κι αυτά με τη χάρη του Θεού. Η βοήθεια προς τα παιδιά περνάει μέσα από τον αγιασμό των γονέων».  
Να μείνουμε λίγο σε μερικές από τις παραπάνω φράσεις των συγγραφέων, γιατί δείχνουν το πόσο προσγειωμένοι είναι, το πόσο δηλαδή ρεαλιστική είναι η Παράδοση της Εκκλησίας μας στην οποία στηρίζονται, όταν μιλάει για τον άνθρωπο, είτε καλόγερος είναι αυτός, (για τις προϋποθέσεις του οποίου θα ήταν ίσως καλό να υπήρχε κάποια αναφορά στα κείμενα του βιβλίου, περισσότερο για να αναφανεί ακριβώς η κοινότητα της χριστιανικής ζωής και η συγγένεια συνεπώς του μοναχού προς τον έγγαμο), είτε έγγαμος με την οικογενειακή ζωή του: «πίσω από τον κόπο και τον πόνο των υπερβάσεων – ακούσαμε παραπάνω -  πίσω από τη θυσία προσωπικών επιδιώξεων για χάρη του άλλου προσώπου, πίσω από τις ακάλεστες θλίψεις που τους επισκέπτονται, κρύβεται το φως της προσωπικής τους ανάστασης». Και: «εξελίσσοντας τη συζυγική μας σχέση… χτίζουμε μια υγιή οικογένεια». Κόπος, πόνος, θυσία, θλίψεις, εξέλιξη. Λέξεις που προϋποθέτουν τον αγώνα για την ανοδική και μεταμορφωτική πορεία μέσα στο φως του Χριστού, λέξεις που αποκαλύπτουν το σταυρικό και μαρτυρικό φρόνημα που πρέπει να συνέχει τους συζύγους, κάτι που παραπέμπει και στον συμβολισμό του κυκλικού χορού με το «άγιοι μάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες» (σελ. 74 εξ.). Με τα ίδια τα λόγια του π. Αντωνίου: «Ο γάμος είναι μια πορεία που δεν βασίζεται σε όμορφα λόγια τα οποία δεν ριζώνουν στο έδαφος του προσωπικού μόχθου και δεν αρκείται σε καλοδιατυπωμένες σκέψεις και όμορφα συναισθήματα τα οποία δεν αρδεύονται από το κρασί της Κανά» (σελ. 10). Συνεπώς, μεγαλειώδης η προοπτική και υπέρ φύσιν το όραμα του γάμου, ναι!  Αλλά ριζωμένος αυτός στην άσκηση ως υπέρβαση του εγωισμού και στον προσωπικό μόχθο ως συμμετοχή στο Πάθος και τον Σταυρό του Κυρίου· κι ακόμη: να αρδεύεται από το κρασί της Κανά. Άσκηση δηλαδή και μετοχή στα μυστήρια για να ζει κανείς σωστά τον γάμο του ως χαρισματικό γεγονός  που θα εκβάλει στη βασιλεία του Θεού.  
Οι συγγραφείς, είπαμε και παραπάνω, απευθύνονται σε χριστιανούς, μελλόνυμφους, νεόνυμφους, εγγάμους λίγων ή πολλών χρόνων, οικογενειάρχες. Και θέλουν να αποκαλύψουν το μεγαλείο της πίστης της Εκκλησίας για το μυστήριο του Γάμου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα κείμενά τους είναι άμοιρα και ευρύτερων επισημάνσεων, κοινωνιολογικών και μη. Μπορεί να μην έχουν ως προτεραιότητα τη σφαιρική και μη εκκλησιαστική ακόμη διάσταση της συζυγίας και του γάμου – αυτό θα αποτελούσε περιεχόμενο και ενός ακόμη βιβλίου – όμως έχουν επισημάνσεις που μας ανοίγουν τα μάτια και για το τι γίνεται «έξω». Αλλά έχουμε την εντύπωση πως τούτο γίνεται και ενσυνείδητα: προφανώς συνέχονται από την πεποίθηση ότι ο οιοσδήποτε άνθρωπος, έστω και μη χριστιανός, αν είναι καλοπροαίρετος, θα πειστεί για την αλήθεια της πίστεως, θα ελκυστεί από το μεγαλείο της χάρης που προσφέρει ο Χριστός και η Εκκλησία Του, κι αυτό γιατί ο λόγος του Θεού είναι υπέρτερος από οποιαδήποτε πειθώ ανθρώπινης λογικής. Κι όταν διαβάζοντας κανείς το βιβλίο βλέπει το τι μεγαλείο έχει ο γάμος στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το πόσο σεβασμό τρέφει ο Θεός για το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν πλάσμα Του, και μάλιστα το ανδρόγυνο ως ένα άνθρωπο, δεν μπορεί παρά να κλίνει το γόνυ της καρδιάς και να γίνει «υπήκοος τη πίστει».
Τελειώνοντας, δυο λόγια ακόμη που θα έπρεπε να ειπωθούν στην αρχή της παρουσίασης, αλλά επίτηδες τα θέσαμε στο τέλος. Πρώτον, για τους συγγραφείς. Η συνεργασία τριών ανθρώπων, ενός αγάμου ιερομονάχου, ενός εγγάμου κληρικού και μάλιστα πολυτέκνου, και μιας έγγαμης γυναίκας, υπερβαίνει την κακόπιστη κριτική που συνήθως ακούγεται για τον ένα: «έγγαμος είναι, γι’ αυτό και μεροληπτεί είτε θετικά είτε αρνητικά για τον γάμο»· ή «άγαμος είναι, τι ξέρει από γάμο;» Η συνεργασία τριών λοιπόν συγγραφέων, πέρα από την πληρότητα που παρέχει ως σφαιρικότητα στην παρουσία του θέματος, αποτελεί υπέρβαση και της κατηγόριας για μονομέρεια και μεροληψία. Και δεύτερον, για τον τίτλο. Θα έλεγε κανείς ότι η πρόταξη ως κεφαλίδα του τίτλου του βιβλίου «Στη χώρα του Εμείς…» είναι λάθος. Περισσότερο θα ταίριαζε ως υπότιτλος, εφόσον σκοπός του βιβλίου είναι η προβολή του Μυστηρίου του Γάμου. Όμως κι εδώ έχουμε την εντύπωση ότι αυτό δεν γίνεται τυχαία: δείχνει την προτεραιότητα των συγγραφέων, προτεραιότητα του Χριστού και της Εκκλησίας, προτεραιότητα της ελληνικής ορθοδοξίας. Τι θέλουμε να πούμε; Όλοι γνωρίζουμε ότι ο σφοδρός πόθος του Κυρίου και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας ήταν και είναι η ενότητα. «Ίνα πάντες εν ώσιν», ζήτησε εναγώνια ο Κύριος στην αρχιερατική προσευχή Του από τον Θεό Πατέρα για τους ανθρώπους, αυτό ζητάει και σε κάθε εποχή. Να είμαστε ενωμένοι, να είμαστε στη χώρα του Εμείς, κάτι που κατεξοχήν φανερώνεται μέσα στον Γάμο. Κι ο μεγάλος ήρωας του εικοσιένα, Μακρυγιάννης, στ’ Απομνημονεύματά του τούτο επισημαίνει: «Είμαστε εις το «εμείς» κι όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομεν όλοι μαζί». Οπότε και με τον κεντρικό τίτλο που έθεσαν οι συγγραφείς στο βιβλίο φανερώνουν και τον σκοπό που υπηρετεί ο γάμος ως μυστήριο της Εκκλησίας. Την ενότητα μεταξύ τους, που προϋποθέτει και παραπέμπει στην ενότητα και με τον Χριστό. Κι ίσως ακόμη η πρόταξη αυτή να δηλώνει και την υποφώσκουσα διάθεση των συγγραφέων να μας προσφέρουν και άλλα πονήματά τους, υπηρετικά της ενότητας, κι όχι μόνο μέσα στον γάμο. Ας ευχηθούμε να βγει πραγματική η υποψία μας αυτή, γιατί θα σημαίνει ότι θα βρισκόμαστε κατά καιρούς μπροστά σε ευλογημένες στιγμές, σαν την αποψινή με την παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου.

(Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017, στο Multi Event City loft, Πλατεία Συντάγματος)

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ


«Ο όσιος Σάββας ζούσε επί Θεοδοσίου του μικρού σε μία κώμη της Καππαδοκίας, που λεγόταν Μουταλάσκη, και οι γονείς του ονομάζονταν Ιωάννης και Σοφία. Ήδη λοιπόν από την αρχή του βίου του πρόστρεξε στη μοναχική ζωή, σε μοναστήρι που λεγόταν Φλαβιανές, και τόσο πολύ από τη νεαρή του ηλικία έγινε εγκρατής, ώστε όταν είδε στον κήπο κάποια φορά ένα μήλο και το επιθύμησε, είπε: «Ήταν ωραίος στην όραση και καλός στη βρώση ο καρπός που με θανάτωσε». Πήρε το μήλο στα χέρια του, αλλά δεν το έφαγε. Αντίθετα το καταπάτησε με τα πόδια του και έθεσε όρο στον εαυτό του να μη φάει ποτέ μήλο. Αλλά  και σε φούρνο  όταν μπήκε κάποια φορά, βγήκε αβλαβής, χωρίς η φωτιά να αγγίξει ούτε τα ιμάτιά του. Στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, τον γνώρισε ο μέγας όσιος Ευθύμιος και τον έστειλε σε κοινόβιο, προς τον όσιο Θεόκτιστο. Από όλους όσους συναντούσε, προσλάμβανε και μάθαινε τους τρόπους και την αρετή τους.  Βλέποντάς τον ο άγιος Ευθύμιος τον προσφωνούσε «παιδαριογέροντα», λόγω της πέρα από τα κοινά μέτρα πνευματικής του καταστάσεως. Όσο περνούσε η ηλικία του, τόσο και αύξανε την αρετή του. Γι’ αυτό και έκανε πολλά θαύματα, όπως και έβγαλε νερό με την προσευχή του σε άνυδρους τόπους. Έγινε μάλιστα και καθηγητής πολλών μοναχών, κι όταν ήλθε   στην Κωνσταντινούπολη,  δύο φορές έστειλε πρέσβεις  και προς τον βασιλιά Αναστάσιο και προς τον Ιουστινιανό, καθώς παρακλήθηκε γι’ αυτό από τους κατά καιρούς πατριάρχες των Ιεροσολύμων. Έφθασε στο ακρότατο της κατά Χριστόν ηλικίας και σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών εξεδήμησε προς τον Κύριο».      

Η εκ παιδός σοφία του οσίου Σάββα, σοφία βεβαίως κατά Θεόν -  την οποία σημειωτέον ερμηνεύει ο άγιος υμνογράφος και σε αναφορά με τη μητέρα του καλουμένη Σοφία: «Σοφίας υπάρχων βλάστημα, Σάββα όσιε, παιδιόθεν επόθησας Σοφίαν την ενυπόστατον», δηλαδή: Ήσουν παιδί της Σοφίας, Σάββα όσιε, γι’ αυτό και πόθησες από παιδί την ενυπόστατη Σοφία, τον Χριστό – αποδεικνύεται ανάγλυφα από το γεγονός ότι όπου πήγαινε είχε ανοικτά τα μάτια του για να βλέπει την κατά Χριστόν πολιτεία των αφιερωμένων στον Θεό και να αντιγράφει τους άθλους και τις αρετές τους. Δεν επικέντρωνε στις αδυναμίες των άλλων, που ασφαλώς ως άνθρωποι είχαν. Η έγνοια του, λόγω του μεγάλου πόθου του για τον Θεό, ήταν πώς να προχωρεί πνευματικά. Κι αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να εκμεταλλευτεί κάθε τι που παρουσιαζόταν στον δρόμο του. Θυμίζει η περίπτωσή του τον μέγα Γέροντα των αιώνων, τον όσιο Αντώνιο, ο οποίος και εκείνος προσπαθούσε να μαζέψει σαν τη μέλισσα ό,τι καλό του προσέφεραν οι άγιοι αφιερωμένοι στον Θεό άνθρωποι της εποχής του. Κι όπως εκείνος, γι’  αυτόν τον λόγο, έγινε «θεοφιλής», τον αγαπούσε δηλαδή ο Θεός, το ίδιο και ο όσιος Σάββας. Μέγα δίδαγμα για όλους τους χριστιανούς, ιδίως της εποχής μας, που δυστυχώς σε ένα μεγάλο ποσοστό η προσοχή μας είναι στραμμένη στα αρνητικά των άλλων, στις αδυναμίες τους, χωρίς να μπορούμε να βλέπουμε τα θετικά τους και τις αρετές τους προς παραδειγματισμό. Για να χρησιμοποιήσουμε την εν προκειμένω έκφραση του οσίου Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου, ο όσιος Σάββας ζούσε και λειτουργούσε στον κόσμο ως μέλισσα που συλλέγει τον καλό καρπό, και όχι ως μύγα, που επιζητεί πάντοτε την ακαθαρσία.

 

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)


῾Ο ἄγιος Σεραφείμ ἑτοιμασμένος σχεδόν ῾ἐκ κοιλίας μητρός᾽ ἐπιθυμοῦσε νά δώσει καί τή ζωή του γιά τόν Κύριο. ῞Ο,τι ἦταν καί εἶναι φοβερό καί ἀπευκταῖο γιά τούς πολλούς: ὁ ἴδιος ὁ θάνατος, ἦταν ἐπιθυμητό καί ἀφορμή χαρᾶς γιά ἐκεῖνον. ῎Οχι γιά λόγους ἀσφαλῶς ἀπελπισίας, ὄχι γιά λόγους κατάθλιψης, ἀλλά γιά λόγους ἀγάπης πρός τόν Χριστό. Αὐτό δέν λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, φανερώνοντας τή χάρη πού εἶχε, ὅτι ῾ἔχω τήν ἐπιθυμίαν εἰς τό ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι᾽; Αὐτό δέν θέτει καί ὡς ὅριο ἁγιότητος ὁ μέγας ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος, ὅταν σημειώνει ὅτι ῾ὁ ἀληθινός ἅγιος ἐπιθυμεῖ καθ᾽ ἡμέραν τόν θάνατον᾽; ῾Ο ἅγιος Σεραφείμ λοιπόν δέν τρόμαζε μπροστά στόν θάνατο. Τόν θεωροῦσε γέφυρα πού θά τόν φέρει μία ὥρα γρηγορότερα στόν ἀγαπημένο του Κύριο, ἀποδεικνύοντας ἔμπρακτα συνεπῶς ὅτι τό κέντρο βάρους τῆς ζωῆς του ἦταν ᾽Εκεῖνος.  Γι᾽ αὐτό καί ὅταν ἦλθε αὐτή ἡ ὥρα, μέ τρόπο πράγματι ἀπάνθρωπα σκληρό ἀπό τούς δαιμονοκίνητους ᾽Αγαρηνούς, ἀναγάλλιασε ἡ ψυχή του. Μέ δραματική ἔνταση καί λυρισμό ὑψηλό, πού θυμίζει τίς ἐπιστολές τοῦ μεγάλου ἀποστολικοῦ Πατέρα ἁγίου ᾽Ιγνατίου τοῦ θεοφόρου καθώς ὁδηγεῖτο στό μαρτύριο,  ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής ἀναφέρει γιά τόν ἅγιο Σεραφείμ: ῾ὅταν πάρθηκε ἡ ἀπόφαση γιά θάνατο ἐναντίον σου ἀπό τόν πρόεδρο τῆς πλάνης, Πάτερ Σεραφείμ, ἐσύ μέ χαρά ἔλεγες στούς ἀπίστους: τί ἀργοπορεῖτε, ἄφρονες, προκειμένου νά μέ ὁδηγήσετε πράγματι στόν Κύριο σάν θύμα καί καθαρή θυσία; Βιάζομαι νά φθάσω στόν Οὐρανό, γιά νά δοξάσω μαζί μέ τούς ἀγγέλους τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό ῞Αγιον Πνεῦμα᾽ (῾῞Οτε ἀπεφάνθη κατά σοῦ, παρά τοῦ τῆς πλάνης προέδρου, ἡ τελευτή Σεραφείμ, τότε χαίρων ἔλεγες, Πάτερ, τοῖς ἔξωθεν: τί βραδύνετε, ἄφρονες, προπέμπειν Κυρίῳ, θῦμα καί ἀμώμητον θυσίαν ὡς ἀληθῶς; ῎Ανω γάρ ἐπείγομαι φθάσαι, ὅπως σύν ᾽Αγγέλοις δοξάσω Λόγον σύν Πατρί καί Πνεῦμα ῞Αγιον᾽) (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ).
Μέ ψεύτικες κατηγορίες, ὅτι δηλαδή συμμετεῖχε στίς ἐπαναστατικές ἐνέργειες τοῦ Λαρίσης Διονυσίου κατά τῶν Τούρκων, τόν κτύπησαν βάναυσα, τοῦ ἔκοψαν τή μύτη σέ λεπτά κομμάτια, κοκκινίζοντας ἀπό τό αἷμα του τόν γύρω του χῶρο, τόν ἔκλεισαν στή φυλακή ἀφήνοντάς τον ἄσιτο καί χωρίς νερό. Κι ὅταν τόν ἔβγαλαν μετά ἀπό ἡμέρες, πιστεύοντας ὅτι τό φρόνημά του θά εἶχε καμφθεῖ, βρέθηκαν στήν πιό μεγάλη ἔκπληξη: ὁ ἅγιος ἦταν περισσότερο θαρραλέος, περισσότερο ἀποφασισμένος ἀπό πρίν, μέ διάθεση νά τούς μεταστρέψει στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ τήν ἀληθινή. ῾Η στάση του βεβαίως αὐτή ἐξῆψε πιό πολύ τήν ὀργή τῶ κριτῶν καί τυράννων του: διέταξαν νά ἁπλωθεῖ τό σῶμα του ἀπό τίς ἄκρες τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του, νά τοῦ βάλουν στήν κοιλιά τεράστιο βάρος, νά τοῦ ξεσκίσουν τίς σάρκες καί νά τοῦ δώσουν νά πιεῖ μίγμα ἀπό νερό, ξύδι καί ἄμμο. Κι ὅταν ἐκεῖνος ἀντί νά λυγίσει γιγάντωσε καί θέριεψε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τούς προκαλοῦσε λέγοντας νά συνεχίσουν τήν προσφορά τῆς θυσίας του, δέχτηκε τό τελικό καί ἀποφασιστικό κτύπημα: τόν ἀνασκολοπισμό του, τό σούβλισμά του, μέ τό ὁποῖο καί ἄφησε τήν τελευταία του πνοή ἐπί τῆς γῆς.
Τόν ἄφησαν ἔτσι ἐκτεθειμένο, ὁπότε καί τοῦ ἔκοψαν τήν τιμία κεφαλή, τήν ὁποία μαζί μέ ἄλλες ἄλλων μαρτύρων ἐπιδείκνυαν στούς ὑπόδουλους πρός ἐκφοβισμό. Καί ὤ τοῦ θαύματος! ῾Αλιεῖς τή νύκτα ἔβλεπαν πύρινο στύλο ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ ἁγίου (ὠδή ζ´), ἡ ὁποία μάλιστα  ἀπό τή θέση τοῦ πρός δυσμάς προσανατολισμοῦ της ἄλλαζε θέση, στρεφομένη πρός ᾽Ανατολάς (ὠδή ε´). Τό θαῦμα ἦταν προφανές. ᾽Εν τέλει κάποιοι ἔκλεψαν τήν κάρα του καί τήν πούλησαν στό μοναστήρι του τῆς ῾Κρύας Πηγῆς᾽ Θεοτόκου, πού ἔκτοτε, κατά τόν συναξαριστή, τήν κατέχει ὡς τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό του.

 

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Μικρό ἀφιέρωμα: ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ


῾ΠΩΣ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ’  

῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός ἀπαρχῆς τῆς ἐμφανίσεώς Του στόν κόσμο μέχρι σήμερα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος ἦταν καί εἶναι μία πρόκληση καί μία κρίση γιά τούς ἀνθρώπους: κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νά λάβει μία συγκεκριμένη στάση ἀπέναντί Του, θετική ἤ ἀρνητική. ᾽Ακόμη καί οἱ θεωρούμενοι ἀδιάφοροι ἤδη ἔχουν λάβει θέση, καί μάλιστα τήν χειρότερη ἀρνητική, δεδομένου ὅτι πάντοτε ἰσχύει τό τοῦ Κυρίου λόγιο ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει᾽. Κατά τόν προφητικό λόγο τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ θεοδόχου ῾οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον᾽. Πολλά εἰπώθηκαν καί γράφηκαν γιά τό πανάχραντο πρόσωπο τοῦ Κυρίου, ἀλλά πάντοτε ἐκεῖνο πού ἐνδιαφέρει ἕναν χριστιανό εἶναι ἡ στάση τῆς ᾽Εκκλησίας, ἡ στάση συνεπῶς τῶν ἁγίων πού ἀποδέχονται τόν Χριστό καί προσπαθοῦν νά προσαρμόζουν τήν ζωή του ἐπί τά ἴχνη Αὐτοῦ. Τό ἐνδιαφέρον αὐξάνει ὅταν ἡ διαχρονική στάση τῶν ἁγίων ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τούς σημερινούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι γίνονται ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ συνεχιστές τῆς ἁλυσίδας τῆς Παραδόσεως, φέρνοντάς μας μπροστά πράγματι στό μυστήριο τῆς παρουσίας Του.

Αὐτά πού θά μᾶς ἀπασχολήσουν δι᾽ ὀλίγων στήν συνέχεια εἶναι ἀκριβῶς ἡ στάση ἀπέναντι στόν Χριστό ἑνός ἀπό τούς τελευταῖα ἀναγνωρισμένους ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, δηλαδή πῶς ἔβλεπε ἕνας βεβαιωμένα ἅγιος τόν Κύριο καί πῶς μᾶς καλεῖ συνεπῶς ἀντιστοίχως νά Τόν βλέπουμε κι ἐμεῖς. Τά λόγια του αὐτά ἀποτελοῦν τήν πεμπτουσία θά λέγαμε τῆς ὅλης ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁσίου Γέροντα καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή θεωροῦνται ἐξόχως σημαντικά.

Τά ἴδια τά λόγια του πάνω στό θέμα αὐτό προέρχονται ἀπό ἕνα ἀπόσπασμα μίας ἀπομαγητοφωνημένης συζήτησης πού ἔγινε τόν ᾽Ιούλιο τοῦ 1988, στις τρεῖς τό πρωΐ, μέσα σ᾽ ἕνα ἐρημοκκλήσι στήν Εὔβοια. ᾽Εκεῖ ἀποσυρόταν μερικές φορές ὁ Γέροντας τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὅταν πιά ἦταν τυφλός καί ἀνήμπορος. (Σημ.: τό CD πού περιλαμβάνει τή συζήτηση αὐτή  ἔχει κυκλοφορηθεῖ ἀπό τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Γέροντα στήν Μαλακάσα ᾽Αττικῆς).

 

Λοιπόν, ἔτσι πράγματι πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι ὅ,τι καλό καί ὡραῖο. Εἶναι τό πᾶν. ᾽Αλλά εἶναι φίλος καί τό φωνάζει: ῾Σᾶς ἔχω φίλους, βρέ, δέν τό καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια. Βρέ, ἐγώ δέν εἶμαι... Δέν βαστάω τήν κόλαση στό χέρι, δέν σᾶς φοβερίζω, σᾶς ἀγαπάω, σᾶς θέλω νά χαίρεστε μαζί μου τή ζωή᾽.

῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινό, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στόν Χριστό.

᾽Αγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. ῞Ολα στόν Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα.

῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Χρστοῦ πρέπει νά ἀγαπήση τόν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήση τόν Χριστό, ἀπαλλάττεται ἀπό τόν διάβαλο, ἀπό τήν κόλαση καί ἀπό τόν θάνατο᾽.

 Σχόλια

(α) ῾῾Ο Χριστός εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας...᾽.

 ῾Ο Χριστός κατά τόν ὅσιο Γέροντα δέν εἶναι φόβητρο καί ἀπειλή τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου λόγω τῆς παντοδυναμίας Του. Μία τέτοια εἰκόνα περί Θεοῦ ἔχουν οἱ ἄλλες θρησκεῖες, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία ἄνθρωπο. ῾Ο ἄνθρωπος τῆς πτώσεως θεωρεῖται ὅτι ἔχει φράγμα στήν ψυχή του πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό λόγω τῆς ἁμαρτίας του, ὁπότε νιώθοντας τήν δίψα γιά Θεό ὡς δικό Του δημιούργημα ψάχνει νά Τόν εὕρει, ἀλλά χωρίς ἐπιτυχία. Δημιουργεῖ ἔτσι εἴδωλα, πλάσματα τῆς φαντασίας του, γι᾽ αὐτό καί  φαντάζεται τόν Θεό ἤ τούς θεούς μέσα στήν παντοδυναμία τους ὡς τρομερά καί ἀπειλητικά γιά τήν ὕπαρξή του ὄντα. Μέ ἄλλα λόγια δημιουργεῖ θεότητες κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν παθῶν του, ὅπως συμβαίνει γιά παράδειγμα μέ τούς ῾θεούς᾽ τοῦ ᾽Ολύμπου τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων, οἱ ὁποῖοι περιδινίζονταν μέσα στά πάθη τους. Κατά φυσικό τρόπο γνώρισμα τῆς ῾σχέσεως᾽ αὐτῆς μέ τούς ῾θεούς᾽ εἶναι ὁ φόβος.
῾Ο Χριστός ὡς ὁ Θεός πού ἀποκαλύπτεται φέρνει τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή ἡ εἰκόνα εἶναι τοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ, τοῦ Πατέρα πάνω ἀπό ὅλα τοῦ ἀνθρώπου, πού κύριο γνώρισμά Του ἔχει τήν ἀγάπη. ῾Η παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι κατεξοχήν ἐνδεικτική.  ῾Ο ὅσιος Γέρων Πορφύριος λοιπόν ἐκφράζει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ καί τήν διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας. Δέν ἀναπτύσσει προσωπικές του ἀπόψεις. Βρίσκεται μέσα στό ποτάμι τῆς παραδόσεως τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως εἴπαμε, καί συνεπῶς καταθέτει τήν ἐκκλησιαστική του ἐμπειρία περί τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ. Αὐτό πού λέει ἀποτελεῖ τήν κοινή ἐμπειρία τῶν ἀποστόλων καί ὅλων τῶν Πατέρων. Τό παρακάτω ἀπόσπασμα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου εἶναι πολύ χαρακτηριστικό: ῾᾽Εγώ Πατήρ (λέει ὁ Χριστός), ἐγώ νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ρίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἄν θέλῃς ἐγώ...᾽Εγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ. Μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. ᾽Εγώ πένης διά σέ καί ἀλήτης διά σέ, ἐπί σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί. Κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;᾽ (᾽Εγώ εἶμαι ὁ Πατέρας σου, ἐγώ ὁ νυμφίος σου, ἐγώ τό σπίτι σου, ἐγώ αὐτός πού σέ τρέφει, ἐγώ ἡ ρίζα σου, ἐγώ τό θεμέλιό σου. ῞Οτιδήποτε κι ἄν θελήσεις, εἶμαι ἐγώ...᾽Εγώ εἶμαι καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μητέρα. ῞Ολα ἐγώ. Μόνο δές με φιλικά. ᾽Εγώ ἔγινα φτωχός καί ἀλήτης γιά χάρη σου, ἀνέβηκα στόν Σταυρό γιά σένα, κατέβηκα στόν τάφο γιά σένα, στόν Οὐρανό παρακαλῶ τόν Πατέρα γιά σένα. ῏Ηλθα ἀπό τόν Πατέρα στόν κόσμο νά πρεσβεύσω γιά σένα. Ὅλα μοῦ εἶσαι ἐσύ, καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί περισσότερο θέλεις;)

(β) ῾Η μαρτυρία τοῦ ἁγίου Γέροντα περί τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι κινεῖται μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο: ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ῾τό πᾶν καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί ὅλων τῶν ὡραίων᾽, ἀλλά εἶναι καί ῾ὁ φίλος καί ὁ ἀδελφός᾽. ῾Ο Χριστός δηλαδή γιά τόν ἅγιο εἶναι καί ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀλλά καί ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦλθε στόν κόσμο, ἔζησε καί ἔπαθε καί σταυρώθηκε γιά ἐμᾶς. ῾Η διπλή αὐτή προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, τήν βάση τῆς πίστεώς μας στήν ᾽Εκκλησία, πού ὅταν αὐτή ἀμφισβητήθηκε ἀπό αἱρετικούς, διατυπώθηκε ἀπό τούς Πατέρες σέ Οἰκουμενικές Συνόδους ὡς δόγμα, δηλαδή ὡς ὅριο πού θέτει τό ὀρθό πλαίσιο στήν πίστη. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκφράζοντας μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Γέροντας τήν πίστη του καί τήν ἐμπειρία του γιά τόν Χριστό καταδικάζει καί αὐτός τόσο τήν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ὅσο καί τήν αἵρεση τοῦ νεστοριανισμοῦ.

Κι ἀκόμη πιό πέρα: ἡ αἴσθηση τοῦ ἁγίου Γέροντα περί τοῦ Χριστοῦ φανερώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ ὡς οὐσίας καί ἐνεργείας: ῾Ο ἐν τρισίν ὑποστάσεσι καί μιᾷ οὐσίᾳ Θεός μας εἶναι ἀπείρως μακριά μας καί ἀπρόσιτος ὡς πρός τήν οὐσία Του, εἶναι ἀπείρως κοντά μας ὡς ἐνέργεια.

(γ) Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (῾σᾶς ἀγαπάω...᾽) – λέει ὁ ὅσιος – κάνει καί τόν ἄνθρωπο νά τήν ζεῖ μέ τόν τρόπο ᾽Εκείνου: ῾κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πονάη γιά ὅλους...᾽ Δηλαδή ὁ πιστός σάν τόν Γέροντα ὄχι μόνο νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὡς Πατέρα καί φίλου καί ἀδελφοῦ, ἀλλά καί τήν βιώνει παρομοίως ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Ποῦ ὀφείλεται αὐτό; Πῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ γίνεται ζωή καί τοῦ πιστοῦ; ᾽Ασφαλῶς καί πρωτίστως διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος, μέ τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέλος ᾽Εκείνου, συνεπῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ ἐξακτινώνεται καί γίνεται ζωή καί τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θά τό διατυπώσει μέ τόν καλύτερο τρόπο: ῾Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

(δ) Προσοχή ὅμως! ῞Οταν μιλᾶμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού γίνεται ἀγάπη καί τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐννοοῦμε μία ἐγωϊστική ἀγάπη ἤ μία οὐδέτερη κοσμικοῦ τύπου ἀγάπη. Γιατί βεβαίως ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν ῾ἀγάπες᾽ πού δέν σώζουν τόν ἄνθρωπο. ῾Καί ἐάν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπῶντας ὑμᾶς ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν; Καί γάρ οἱ ἁμαρτωλοί τό αὐτό ποιοῦσιν᾽. ῾Υπάρχει δηλαδή ἡ παρά φύσιν ἀγάπη τοῦ δαιμονικοῦ ἐγωϊσμοῦ, ἡ κατά φύσιν ἀγάπη τῆς ἀνθρώπινης καί οὐδέτερης γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἠθικῆς καί ἡ ὑπέρ φύσιν χαρισματική ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη σώζουσα ὑπέρ φύσιν ἀγάπη, μέ κύριο γνώρισμα τήν θυσία τοῦ ἑαυτοῦ γιά χάρη τοῦ ἄλλου. ῾Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ᾽.

(ε) ῾Ο Χριστός ὅμως  εἶναι κατά τόν ἅγιο καί ῾ἡ χαρά...πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται...᾽. Κι εἶναι κάτι πού πρέπει νά σημειώσουμε ἔντονα. Διότι οἱ μή χριστιανοί ἤ καί οἱ ῾χριστιανοί᾽ πού ἔχουν χάσει τήν πίστη τους κατηγοροῦν τόν χριστιανισμό ὅτι εἶναι θλίψη καί στενοχώρια καί κατήφεια. Προφανῶς μπερδεύουν τήν κακή μαρτυρία ζωῆς πολλῶν χριστιανῶν πού πράγματι εἶναι μονίμως θλιμμένοι καί κατσουφιασμένοι, πού περιφέρουν ὅπως λέμε διαρκῶς τή μιζέρια τους, μπερδεύουν λοιπόν τήν κακή αὐτή μαρτυρία μέ αὐτό πού εἶναι ἀληθῶς ἡ ἐν Χριστῷ πίστη καί ἡ ἁγιότητα. Κι αὐτό πού δίνει ἡ πίστη αὐτή εἶναι ἡ χαρά. ῾Ο χριστιανός δηλαδή εἶναι ὁ χαρούμενος ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια τοῦ ῾χαζοχαρούμενου᾽ ὅπως λέμε, ἀλλά οὔτε ἁπλῶς μέ τήν ἔννοια μίας ἐξωτερικῆς καί ἐπιφανειακῆς καί ἐπίπλαστης χαρᾶς. ῾Ο χριστιανός εἶναι χαρούμενος ἐσωτερικά, γιατί ἡ καρδιά του χαίρεται ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος πού φανερώνει τήν ἐνοίκηση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ μέσα σ᾽ αὐτήν, πράγμα πού ἀντανακλᾶ καί στό πρόσωπό του καί σέ ὅλη του τήν ὕπαρξη. Αὐτή εἶναι ἡ λάμψη πού ὑπῆρχε καί ὑπάρχει στά πρόσωπα τῶν ἁγίων μας, ἔστω κι ἄν αὐτοί βρίσκονταν μέσα στίς θλίψεις καί τίς ἐξωτερικές δοκιμασίες.

Κι εἶναι εὐθύνη τῶν χριστιανῶν ἔτσι νά μή γινόμαστε αἴτιοι βλασφημίας τοῦ Θεοῦ μας καί τῆς πίστεώς μας μέ τήν κακή καί θλιμμένη μονίμως ζωή μας, λόγω βεβαίως τῆς ὀλιγοπιστίας ἤ καί τῆς ἀπιστίας μας. Καί ὑπενθυμίζουμε: Αὐτή ἡ χαρά ὡς καρπός τοῦ Πνεύματος  εἶναι καρπός τῆς ἀγάπης. Μένω στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (διά τῆς κατεξοχήν ἀποδείξως: τῆς τήρησης τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν) σημαίνει ἐνεργοποιῶ τήν χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ζῶ τόν Χριστό στήν ὕπαρξή μου, νιώθω τήν χαρά ἀπό τήν παρουσία Του αὐτήν. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἀπόστολος θέτει τήν χαρά μετά τήν ἀγάπη. ῾῾Ο καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη...᾽.

(στ) Τί ἐπιλέγει ὅμως ὁ ἅγιος Γέρων; Προτρέπει νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων ἀγαπῶν. ῾᾽Αγαπήσατε τόν Χριστόν καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ᾽. Γιατί ἄν ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό δέν γίνει ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς μας, τότε σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη αὐτή. ῾Οτιδήποτε ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ γίνεται κατακτητικό καί ἀπόλυτο γι᾽ αὐτόν. Δέν ἀφήνει χῶρο γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μας. ῾Ο ὅσιος Πορφύριος ἐτόνιζε τήν ἀλήθεια αὐτή, γιατί ὁ ἴδιος εἶχε ἀγαπήσει τόν Χριστό ὑπέρ πάντα ἄλλον καί ἄλλο. Καί πρόκειται γιά τήν παρόμοια κραυγή ὅλων τῶν ἁγίων. Τά ἴδια λόγια ἀκριβῶς δέν ἔλεγε καί ὁ ἅγιος ᾽Αντώνιος; Τά ἴδια σχεδόν πιό πίσω δέν ἔλεγε καί ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος; ῾Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα;  Οὐδέν ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽. ᾽Αλλά ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός μας καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη αὐτό διακήρυσσε: ῾᾽Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽.

Κι ἀκριβῶς τό τελευταῖο σημαίνει ὅτι κανείς δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό χωρίς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Μέτρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. ῞Οπως τό λέει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος στήν Α´ καθολική ἐπιστολή του: ῾῎Αν δέν ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπό σου πού τόν βλέπεις μέ τά μάτια σου, πῶς θά ἀγαπήσεις τόν Θεό πού εἶναι ἀόρατος;᾽.
 
(ζ) Καί νά τό ἀποτέλεσμα, ὅπως τό σημειώνει ὁ ὅσιος: ἡ ἀγάπη αὐτή ῾ἀπαλλάττει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν διάβολο, τήν κόλαση, τόν θάνατο᾽. ῎Ηδη ἀπό τή ζωή αὐτή δηλαδή ὁ ἄνθρωπος βιώνει τόν Παράδεισο. Ποῦ χῶρος ἔτσι, ὅταν κανείς παλεύει στήν ἀγάπη,  γιά μιζέριες, γιά ἐχθρότητες, γιά ψυχολογικά προβλήματα; ῞Ολα αὐτά ξεπερνιοῦνται καί χάνονται καί διαλύονται...

 

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ (29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


«Αὐτός ὁ νέος ἱερομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Φιλούμενος καταγόταν ἀπό τή νῆσο Κύπρο, ἀπό κάποιο χωριό τῆς ἐπισκοπῆς Μόρφου, Ὀροῦντα στό ὄνομα. Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Γεώργιο καί τή Μαγδαληνή, κατά τό ἔτος 1913. Ἐπειδή ἀπό παιδί ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία καί τή μοναχική ζωή, ἀναχώρησε σέ ἡλικία 14 ἐτῶν μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἀλέξανδρο καί πῆγε στό Σταυροβούνιο. Ἐκεῖ παρέμεινε στό μοναστήρι τῆς περιοχῆς καί ὑποτάχτηκε στόν γέροντα Βαρνάβα γιά πέντε χρόνια. Ἀναχώρησε ἔπειτα ἀπό τή Μονή καί πῆγε, μαζί καί πάλι μέ τόν ἀδελφό του, στά Ἱεροσόλυμα. Ἔζησε πιά ἐκεῖ, ἔλαβε τό σχῆμα τό μοναχικό καί χειροτονήθηκε ἱερέας. Μετά ἀπό λίγα ἔτη, ἔλαβε καί τό ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη. Ὁ μακάριος αὐτός παρέμεινε στήν ἁγία Γῆ σαράντα πέντε ἔτη, ἀφοῦ φύλαξε μέ ἀκρίβεια τούς κανόνες καί τίς συμβουλές πού ἔλαβε ἀπό τούς πρώτους πνευματικούς του πατέρες στό Σταυροβούνιο. Ὑπηρετοῦσε σέ διάφορα προσκυνήματα καί διορίστηκε, τελευταία φορά, στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Ἐκεῖ  ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος, κατά τό ἔτος 1979, καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ τόν σκότωσαν μέ πέλεκυ κάποιοι Ἑβραῖοι Σιωνιστές. Μετά τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου, τό σῶμα του παρέμεινε γιά κάποιες ἡμέρες εὔκαμπτο, ἐνῶ κατά τήν ἀνακομιδή του, μετά ἀπό τέσσερα ἔτη, βρέθηκε ὅλος ἄφθαρτος καί νά εὐωδιάζει, σέ ἔνδειξη τῆς παρρησίας πού βρῆκε ἀπό τόν Θεό. Μετά ἀπό αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, τό σκήνωμα τοῦ μάρτυρα τοποθετήθηκε στήν ἁγία Σιών, στόν ἐκεῖ εὑρισκόμενο ναό, καί ἐπιτελεῖ πολλά θαύματα σέ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστη».
Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας Φιλούμενος μπορεῖ νά σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί τῶν Ἱεροσολύμων, ὅμως ἀποτελεῖ καύχημα καί καλλώπισμα ὅλης τῆς ἀνά τήν Ὑφήλιο Ἐκκλησίας. Διότι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι μία καί ἑνιαία ὅπου γῆς, διότι ἀκριβῶς Ἕνας εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός πού ἀποτελεῖ τήν παναγία κεφαλή της, συνεπῶς ὅ,τι συμβαίνει σέ μία τοπική φανέρωσή της ἔχει διαστάσεις οἰκουμενικές, κι ἀκόμη περισσότερο, ἀφοῦ ἀναφέρεται καί σ’ αὐτόν τόν κόσμο τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, στόν κόσμο τῶν ἁγίων ἀγγέλων καί ὅλων τῶν ἁγίων. Ἐπανειλημμένως ὁ καλός ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ νέου ἁγίου Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας ἐπισημαίνει τή διάσταση αὐτή: Ὁ ἅγιος ἀποτελεῖ «τῆς Ὀρούντης ἐκβλάστημα νήσου Κύπρου, καλλώπισμα καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σιωνίτιδος», ἀλλά «φωτίζει τήν ὁμήγυρη τῶν Ὀρθοδόξων τῆς ὑφηλίου» (στιχ. μικρ. ἑσπερ.). Καί ἐπίσης: «εἶδε τό φῶς τοῦ ἥλιου στήν Ὀροῦντα τῆς Κύπρου, ἀλλά ἐξέλαμψε στόν κόσμο μέ τίς ἀκτίνες τῆς εὐσέβειας καί τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἄριστης ἄθλησης» (στιχ. ἑσπερ.). Καί σπεύδει βεβαίως ὁ ὑμνογράφος νά τονίσει γιά τόν ἅγιο Φιλούμενο ὅ,τι εἶχε ἐπισημάνει καί ὁ νεώτερος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ὅταν ἔγραφε γιά τούς νεομάρτυρες τῆς πίστεως στό Μαρτυρολόγιό του: ὅτι οἱ νέοι αὐτοί ἅγιοι δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ὡς πρός τούς παλαιούς μεγάλους μάρτυρες, γιατί τόν ἴδιο μ’ ἐκείνους ἀγώνα ἐπέδειξαν καί τά ἴσα γι’ αὐτό βραβεῖα ἔλαβαν ἀπό τόν στεφανοδότη Κύριο. «Φιλούμενε, συναγωνίστηκες μέ τούς κόπους τοῦ μαρτυρίου σου μέ τούς παλαιούς μάρτυρες, γι’ αὐτό κι ἔγινες μέτοχος τῶν ἴσων βραβείων μ’ ἐκείνους» (λιτή). «Φιλούμενε,  ἀφοῦ ἔλαβες τά βραβεῖα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν συναγάλλεσαι μαζί μέ τούς ὁσίους ἱερεῖς καί τούς μάρτυρες» (δοξαστικό ἑσπερ.).
Τό ἰσάξιο καί τό ἰσότιμο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τό μαρτύριο τῶν παλαιῶν μεγάλων μαρτύρων καταφαίνεται, κατά τόν σπουδαῖο ὑμνογράφο, καί ἀπό τό γεγονός ὅτι καί στίς δύο περιπτώσεις ποιητικό αἴτιο τοῦ μαρτυρίου ὑπῆρξε ἡ σφοδρή ἀγάπη πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἄν τιμῶνται τόσο πολύ οἱ μάρτυρες στήν Ἐκκλησία μας, εἶναι γιατί ἐκεῖνο πού τούς ὁδήγησε πρός αὐτό δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἰδεολογικός ψυχαναγκασμός ἤ ἕνας ἐγωϊσμός τοῦ τύπου «τό ‘πα καί θά τό κάνω», ἀλλά ὁ πόθος καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δέν παύει ὁ ὑμνογράφος νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος Φιλούμενος χαρακτηριζόταν ἀπό τή μεγάλη αὐτή ἀγάπη, καί μάλιστα «παιδιόθεν». «Ὁ θεοφόρος Φιλούμενος ἀποτελεῖ τόν πολύφωτο πυρσό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» σημειώνει  ἀπό τή μία (στιχ. ἑσπ.), «ἀπό παιδί αὐτός διψοῦσε τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου» (δοξαστικό ἑσπ.), ὅπως καί ἦταν «τοῦ Ὑψίστου ὁ γνησιότατος φίλος» (ἀπολ.) καί «αὐτός πού ἀγάπησε τόν Κύριο παραπάνω ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἀπό ὅλα τά προσφιλῆ καί τά ρέοντα τοῦ βίου αὐτοῦ» (δοξαστικό ἑσπερ.) ἐπισημαίνει ἀπό τήν ἄλλη.
Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὅμως δέν ἔρχεται, πλήν σπανίων ἴσως περιπτώσεων, κατά αὐτοματικό τρόπο. Ξεκινᾶ ἀπό τήν ἕλξη πού ἀσκεῖ πάνω στήν ψυχή ὁ ἴδιος ὁ Θεός Πατέρας, ἀλλά ἀναπτύσσεται καί ἐξελίσσεται μέσα ἀπό τούς κόπους τῆς ἄσκησης τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Καί ὁ κατεξοχήν τόπος, ὄχι ἀσφαλῶς ὁ μόνος, πού καλλιεργεῖται αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά φθάσει μέχρι καί τή θυσία τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος, εἶναι τό μοναστήρι. Αὐτό βλέπουμε καί στόν ἅγιο Φιλούμενο. Ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τόν ὁδήγησε σέ πρώτη φάση στό εὐλογημένο μοναστήρι τοῦ Σταυροβουνίου στήν Κύπρο - στό μοναστήρι πού ἵδρυσε ἡ ἁγία Ἑλένη καί στό ὁποῖο, (γι’ αὐτό καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν Τίμιο Σταυρό), ὑπάρχει τεμάχιο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖ λοιπόν ἀσκήθηκε ὡς ἔφηβος ἀκόμη ὁ νεαρός Φιλούμενος μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἐλπίδιο, διακρινόμενος γιά τήν ἀπόλυτη ὑπακοή του στόν Γέροντά του καί γιά τή θεάρεστη καθ’ ὅλα διαγωγή του, τήν εὐσέβεια καί τή σεμνότητά του. «Ἐγκατέλειψες τό πατρικό σπίτι σου καί προσήλθες, θεοφόρε Φιλούμενε, μαζί μέ τόν ἀδελφό σου, στό Σταυροβούνι, στό ὁποῖο διακρίθηκες ὡς πυξίδα ὑπακοῆς καί ὡς κρηπίδα  θεάρεστης διαγωγῆς, εὐσέβειας καί σεμνότητας» (στιχ. ἑσπερ.). Ἐκεῖ δηλαδή «διδάχτηκε τήν ὑπακοή καί τή νήψη» (στιχ. ἑσπ.) κι «ἔγινε τό πρότυπο τῆς μοναχικῆς ζωῆς» (ὠδή α΄).
Ὁ ὑμνογράφος μας μάλιστα δέν παραλείπει νά ὑπογραμμίσει κάτι πού προκαλεῖ ἰδιαιτέρως τή συγκίνηση τῶν πιστῶν, ὅταν μάλιστα αὐτοί διαπνέονται ἀπό τήν ἀγάπη τους καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη. Ὁ ἅγιος Φιλούμενος, γράφει, «ἄφησε μέ σοφό τρόπο ὅλα τά εὐχάριστα τοῦ κόσμου τούτου, ὅπως ἔκανε ἀπό παλιά καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης, τόν ὁποῖο αὐτός εἶχε ὡς πρότυπο βίου» (αἶνοι). Καί ὁ ἅγιος Φιλούμενος δηλαδή καί ὁ ὅσιος Πορφύριος ὄχι μόνο ἀπό μικρά παιδιά θέλχθηκαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶχαν καί οἱ δύο τό ἴδιο πρότυπο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Καλυβίτη. Τόν βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου δέν διάβαζε ἀπό παιδί καί ὁ μεγάλος ὅσιος Γέροντας Πορφύριος καί αὐτός δέν τοῦ κέντρισε τήν ἀγάπη τῆς πλήρους ἀφιέρωσης πρός τόν Θεό; Ἴδια ἐποχή, ἴδια ἀγάπη, μεγάλα χαρίσματα, στέφανοι ἀπό τόν Κύριο. Προφανῶς, μαζί καί ἀγάλλονται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  
Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τόν Χριστό τόν φέρνει μέ τή σύμφωνη γνώμη τῶν Γερόντων τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου στά ἅγια χώματα τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ, στήν ἁγιοταφική ἀδελφότητα,  ἀποφασίζει νά ζήσει καί νά πεθάνει ὡς ἀκόλουθος τῶν ἰχνῶν τοῦ Κυρίου. Καταλήγει στό προσκύνημα παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, κι ἐκεῖ ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μεγάλο χάρισμα τοῦ μαρτυρίου. «Ἡμῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν (τόν Χριστόν) πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν» (ἀπ. Παῦλος). Πολλά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας πιά εἶναι ἀφιερωμένα ἀκριβῶς στόν ἐκεῖ τόπο τῆς διακονίας καί τοῦ μαρτυρίου του. «Ἔφτασες στό θεῖο τάγμα τοῦ Ἁγίου Τάφου, θεσπέσιε πάτερ, ποθώντας πανευλαβῶς νά διακονήσεις στά ἱερά προσκυνήματα κατά τούς ἔσχατους χρόνους, καί νά βαδίσεις στά βήματα τοῦ Παντοκράτορα Ἰησοῦ» (αἶνοι). Καί ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μαρτύριο, πού ὁ ὑμνογράφος τό θεωρεῖ ὡς μετοχή στό Πάθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ὡς συνέχεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Ζαχαρίου, τοῦ πατέρα τοῦ ἁγίου Προδρόμου. «Ὑπέμεινες ἀπό ἄνομα χέρια τά θανατηφόρα τραύματα τοῦ πέλεκυ, ὡς ἄμωμος ἀμνός κι ἐσύ καί θειότατο σφάγιο, παρά τό πανάγιο φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, μιμούμενος τό Πάθος τοῦ Σταυρωθέντος Χριστοῦ τοῦ Παντοκράτορος, κατά τά ἔσχατα χρόνια» (στιχ. ἑσπερ.). «Σφαγιάστηκες μεταξύ τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ καί τοῦ Θυσιαστηρίου, ὅπως παλιά καί ὁ Ζαχαρίας, καί πρόσφερες ἔτσι τόν ἑαυτό σου ὡς ἱερό σφάγιο στόν Χριστό» (λιτή).
Ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους τοῦ ἁγίου Φιλουμένου, ἡ ὥρα τῆς σφαγῆς του, γίνεται γιά τόν ὑμνογράφο ἀντικείμενο ξεχωριστῆς ἀναφορᾶς. Ὁ ἅγιος «φονεύτηκε μέ τόν σκληρό τρόπο τοῦ πελεκισμοῦ του κατά τήν ὥρα τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς, κι ἔτσι  ἀνέβηκε τροπαιοῦχος στόν Χριστό πού ποθοῦσε» (λιτή). Γιά νά προχωρήσει ὁ εὐλαβής ὑμνογράφος μέ μία εἰκόνα πού καί μόνη αὐτή θά ἀποκάλυπτε τό σπουδαῖο ποιητικό του χάρισμα. Παραθέτουμε σέ μετάφραση ὁλόκληρο τό τροπάριο ἀπό τούς αἴνους: «Μόνος στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, πανσεβάσμιε, ἀναπέμποντας δόξα στόν Δημιουργό καί Παντοκράτορα Θεό, καταπληγώθηκες, μακάριε, μέ πολύ θρασύ τρόπο ἀπό τόν πέλεκυ τῶν μισοχρίστων καί κατακοκκίνισες τή στολή τῆς ἱερωσύνης σου ἀπό τή ροή τῶν αἱμάτων σου, μέ ἀποτέλεσμα νά τρέξεις νά ἀναγνώσεις τό «ἑσπέρας προκείμενον» στά οὐράνια δώματα» (αἶνοι). Σάν σκηνοθέτης ὁ ὑμνογράφος ἐπικεντρώνει τόν φακό του σκηνή-σκηνή στό μαρτυρικό τέλος. Τά κτυπήματα τοῦ θράσους, τό αἷμα πού χύνεται καί κοκκινίζει τήν ἱερατική στολή, ἀλλά καί τό βάθος πού μόνο ἡ πίστη μπορεῖ νά τό ἐπισημάνει: ὁ ἅγιος δέν σταματᾶ τή δέηση. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται λαμπρῶς καί θαυμαστῶς πιά στό ἄνω θυσιστήριο, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἀγγέλους. «Ἑσπέρας προκείμενον», δέν διακόπτει ὁ ἅγιος μάρτυρας, «Σοφία, πρόσχωμεν», σάν νά ἀκοῦμε πιά ἀπό τήν οὐράνια χορωδία.
Κι αὐτήν τή χαρισματική σκηνή τήν προεκτείνει ὁ ὑμνογράφος μας: ὁ ἅγιος «σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό», δέν φοβᾶται τούς ἄνομους. Πεπληρωμένη ἡ καρδιά του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία «ἔξω βάλλει τόν φόβον» (ἅγ. Ἰωάννης Θεολόγος), μέ θάρρος καί τόλμη πού φανερωνόταν ἤδη ἀπό τή στάση του καί στίς παλαιότερες ἀπειλές τῶν μισοχρίστων, ἀντιμετωπίζει παρομοίως καί τά τελικά κτυπήματα. «Εἶχες τή δύναμη, Φιλούμενε, τοῦ Κυρίου, πού παρέχει τά γεμάτα ζωή νάματα, γι’ αὐτό καί δέν φοβήθηκες καθόλου τίς ἀπειλές τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως» (ὠδή στ’). Κι ἀκόμη: ἐν πνεύματι, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ὑμνογράφος, ὁ ἅγιος φανερώθηκε στόν ἀδελφό του, εὑρισκόμενο στό Ἅγιον Ὄρος,  γιά νά τοῦ πεῖ τό τί διαδραματίζεται τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του. «Σέ ὑμνοῦμε, ἱερόαθλε Φιλούμενε, καί γιά τό ὅτι φανερώθηκες στόν ἀδελφό σου πού βρισκόταν στό Ἅγιον Ὄρος, καί τοῦ εἶπες τό ἱερό σου μαρτύριο στόν τόπο ἐκεῖνο» (ὠδή στ΄). (Κατά ἀκρίβεια, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ μακαριστοῦ καί αὐτοῦ Γέροντος π. Ἐλπιδίου, διδύμου ἀδελφοῦ τοῦ ἁγίου: "ἀδελφέ μου, μέ σκοτώνουν πρός δόξαν Θεοῦ. Μην 'αγανακτήσεις").
Ἡ παρρησία πού ἀπέκτησε ὁ ἅγιος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πιά ἀποτελεῖ τή συνέπεια τῆς ὅλης ἀγιασμένης βιωτῆς του, ἐνῶ φανερώθηκε περίτρανα, κατά τόν ὑμνογράφο του, καί ἀπό τήν ἀφθαρσία καί εὐωδία τοῦ λειψάνου του, ἀλλά καί ἀπό τά πολλά πιά θαύματά του (ὠδή η΄ κ.ἀ.). Ὁ Κύριος θέλησε ὁ ἅγιος Φιλούμενος νά εἶναι ἕνας ἀκόμη πρεσβευτής τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιόν Του, γι’ αὐτό καί ὅσοι τόν ἐπικαλοῦνται βλέπουν ἄμεσα τήν ἰαματική ἐπέμβασή του. Εἶναι πολύ ὡραῖος ὁ χαρακτηρισμός μάλιστα πού χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος γιά τούς πιστούς πού καταφεύγουν σ’ αὐτόν: «πρόσφυγες» - κάτι πού ἴσως πρέπει νά μᾶς δώσει τήν εὐκαιρία νά βλέπουμε καί τούς πρόσφυγες γενικά τῶν χειμαζομένων χωρῶν μέ «ἄλλο μάτι». «Ὅσοι γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς τελειώσεώς σου, δοξασμένε Φιλούμενε,… κραυγάζουμε: ἀπό τόν οὐρανό πού βρίσκεσαι σκέπε καί διάσωζε ἀπό κάθε ἀνάγκη «σούς πρόσφυγας», ἐμᾶς πού προσφεύγουμε σέ σένα» (ὠδή θ΄).