Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (28)


Ο διπλός θάνατος
Ο Σωφρόνιος βάδιζε κατά μήκος της Νεκράς Θάλασσας. Η σκιά του κάτω από τον ισχυρό ήλιο σχηματιζόταν με περίεργες γραμμές, κι ό,τι διαγραφόταν απ’ αυτήν έγλυφε τα αλμυρά νερά της Θάλασσας. Στην πραγματικότητα μιλάμε για τη σκιά της… σκιάς του εαυτού του. Γιατί ο Σωφρόνιος ήταν αυτό που λένε «πετσί και κόκκαλο». Η σκληρή άσκηση της πρακτικής καλογερικής ζωής τον είχε πλήρως απορροφήσει: είχε κατανοήσει αφότου έγινε καλόγερος ότι αν θέλει να προχωρήσει στην πνευματική ζωή, αν θέλει να νιώσει αληθινά την παρουσία του Κυρίου στη ζωή του, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει έναν επικίνδυνο «εχθρό», που την ίδια στιγμή ήταν και ο καλύτερος και πρώτος φίλος του! Το ίδιο το σώμα του… Χρόνια λοιπόν πάλευε στον αγώνα της νηστείας και της εγκράτειας.  Και μαζί μ’ αυτήν και στον αγώνα της φτώχειας. Δεν είχε τίποτε δικό του, ενώ και τα ρούχα του ήταν κυριολεκτικά κουρέλια απ’ την πολυκαιρία, που αν τα ‘δινε και στον πιο φτωχό ζητιάνο,  εκείνος δεν θα καταδεχόταν να τα πάρει.
Είχε επιλέξει εκ νεότητος την καλογερική ζωή. Σε κοινόβιο πρώτα, κι έπειτα μόνος στην έρημο της Νεκράς Θάλασσας. Με την άδεια του ηγουμένου του, ο οποίος έβλεπε τις ασκητικές επιδόσεις του καλογέρου του και τη βαθιά αγάπη που τον συνείχε για τον Ιησού Χριστό τον Κύριο, βρέθηκε σε μια σπηλιά της σκληρής και απαράκλητης αυτής περιοχής. Θέλησε να γίνει «βοσκός». Όχι με την κοινή έννοια, αλλά με την ερημήτικη ονομασία της εποχής: του αναχωρητή που ζει στα βουνά και τρώει μόνο άγρια χόρτα! Και δεν ήταν ο μόνος εκεί.
Η σκληρή ασκητική του ζωή βέβαια πήγαινε αντιστρόφως ανάλογα προς ό,τι ο Κύριος από πλευράς πνευματικής τού πρόσφερε: μία χάρη τόσο μεγάλη μερικές φορές, που όχι μόνο γλύκαινε τις πνευματικές του αισθήσεις και τον έκανε να βυθίζεται στη θεωρία του αγαπημένου προσώπου Εκείνου, όπως και της Παναγίας Μητέρας Του, αλλά τον έκανε να χάνει τότε και την έννοια του χρόνου, μεταφερόμενος σε άλλες υψιπετείς καταστάσεις που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν. Ω, ο Σωφρόνιος μακάριζε την ώρα και τη στιγμή της εξόδου του από τον κόσμο. Γιατί ήταν η ώρα της εισόδου του στα μυστικά και άρρητα κάλλη του «κρυπτού της καρδίας ανθρώπου»· της εύρεσης αυτού που ο Κύριος ονόμασε «εντός ημών Βασιλεία των Ουρανών».
Βάδιζε λοιπόν ο μεσήλικας Σωφρόνιος κάτω από τον πυρωμένο ήλιο, και αν είχε κανείς τη δυνατότητα να τον προσεγγίσει από κοντά θα έβλεπε το σκαμμένο από την άσκηση πρόσωπό του, αλλά και τα δάκρυα που έρρεαν διαρκώς από τα βαθουλωμένα μάτια του, ψάχνοντας τρόπο σαν από ντροπή να βρουν καταφύγιο και να χαθούν μέσα στα ψαρά και δασιά γένια του. Έκλαιγε ο καλόγερος, κι όχι μόνο τώρα – τα δάκρυα είχαν γίνει δεύτερη φύση του – γιατί ένιωθε το βάρος των αμαρτιών του. Όσο μάλιστα ο Κύριος τον φώτιζε και του έδινε τις δωρεές των χαρίτων Του, τόσο καταλάβαινε σε τι άβυσσο πτώσης βρίσκεται, πόσο ο άδης της ψυχής του τον καταβάλλει και τον σέρνει στη δίνη της δικής της κόλασης! Πενθούσε λοιπόν ο Σωφρόνιος, γιατί έβλεπε τις αμαρτίες του. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο αύξανε και το πένθος, τόσο αύξανε και το βάθος της ταπείνωσής του.
Ένας λογισμός άρχισε να αναπτύσσεται μέσα του και να παίρνει τη μορφή της έμπονης προσευχής: να φύγει από τη ζωή αυτή, γιατί όσο μένει, τόσο και αυξάνει τις αμαρτίες του. Διαπίστωνε ότι υπήρχαν φορές, πολλές φορές, ότι το μυαλό του δεν βρίσκεται εκεί που ζητάει ο Κύριος: στην απόλυτη αγάπη προς Εκείνον. Η απαρχής εντολή του Θεού, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» τον συνείχε σε τέτοιο βαθμό, ώστε αποτελούσε τη μοναδική σκέψη και εργασία του νου του. Αυτό μάλιστα το «εξ όλης» το βίωνε ως μαστίγωμα της ύπαρξής του. Γιατί έφερνε στην επιφάνεια την… αμέλεια της ζωής του. Πώς να μπορέσει να βρίσκεται εκατό τοις εκατό στην αγάπη του Θεού και του συνανθρώπου; Κατ’ ανάγκην ως άνθρωπος έπρεπε να ασχοληθεί και με τα… επίγεια. Κάθε φορά λοιπόν που ο λογισμός του ξέφευγε σ’ αυτά, δεν έχανε την αγάπη του Θεού; Οπότε ένιωθε… βρώμικος ψυχικά. Γιατί ήξερε πως «ακάθαρτος ενώπιον  Κυρίου πας παράνομος». «Κι εγώ είμαι παράνομος, αφού παραβαίνω τον νόμο του Θεού», ψιθύριζε διαρκώς μέσα του.
Αυτό τον διακατείχε και την ώρα που βάδιζε στην ακροθαλασσιά. Κι αισθανόταν ότι η περίεργη και μοναδική αυτή ιστορική θάλασσα, που ήταν το αποτέλεσμα της αμετανοησίας των ανθρώπων της περιοχής παλιά – ό,τι εισέπραξαν οι άνθρωποι των Σοδόμων και των Γομόρρων από τη φωτιά και το θειάφι που έβρεξε ο Θεός – του ταίριαζε απόλυτα. Γι’ αυτό άλλωστε και κατέβαινε στη θάλασσα αυτή, από τη σπηλιά του στο βουνό. Γιατί τον προκαλούσε να σκεφτεί, να στοχαστεί, να πενθήσει ακόμη περισσότερο για τον «άδη» του, να προσευχηθεί με πύρινα δάκρυα. «Φωτιά και αρμύρα των δακρύων», έκανε τον συσχετισμό με τη Νεκρά Θάλασσα, και ήταν η στιγμή που λίγο σαν να χαμογέλασε. Για να συνέλθει αμέσως από το… ολίσθημα. «Κύριε, πάρε με για να μη συνεχίζω να αμαρτάνω», επανέλαβε. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Άκουσε ξάφνου φωνές, δυνατές και αγριωπές. Μαζί και γέλια αδιάντροπα. Παραξενεύτηκε. Και λίγο ταράχτηκε. Χαλούσαν την ησυχία του τοπίου.  Στο βάθος μπροστά του διέκρινε φιγούρες, που λίγο λίγο γίνανε πιο ευδιάκριτες.
«Σαρακηνοί», μονολόγησε, και σκοτείνιασε λίγο το πρόσωπό του. Πήρε να προσεύχεται για τα πλανεμένα αυτά αδέλφια του. Τα ‘δε όπως είχε πια συνηθίσει να βλέπει όλον τον κόσμο, γνωστό και ξένο: σαν την άλλη, άγνωστη, πλευρά του εαυτού του. «Τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ήλθε και πάλι η εντολή στη σκέψη του.
Τον πλησίασαν. Τον κοίταξαν περίεργα, άγρια, με μίσος. Ένας σαν να κοντοστάθηκε. Ο Σωφρόνιος προσευχήθηκε ακόμη περισσότερο. Έκανε ένα νεύμα σαν υπόκλιση. Τους προσπέρασε. Τον προσπέρασαν. Οι φωνές τους γίνηκαν ακόμη πιο άγριες. Φάνηκε ότι τον ειρωνεύονταν και ότι τον σάρκαζαν. Ο Σωφρόνιος συνέχιζε την προσευχή του. Τους στοχασμούς του. Ο νους του σαν να αρπάχτηκε σε θεωρία του Κυρίου. Μια γαλήνη δέσποζε μέσα στην καρδιά του. Ένιωσε τη χάρη του Θεού ολότελα ξαφνικά εκείνη την ώρα να τον πλημμυρίζει.
Ξαφνικά, έγινε σιωπή. Οι φωνές των Σαρακηνών σταμάτησαν. Ασυναίσθητα, στράφηκε προς τα πίσω. Κι είδε τον ένα από αυτούς και πάλι να τον πλησιάζει. Ερχόταν σχεδόν τρέχοντας προς αυτόν, ίσια καταπάνω του. Το χέρι του Σαρακηνού οπλίστηκε με το κοφτερό σπαθί του. «Κύριε Ιησού Χριστέ…», ήταν οι τελευταίες λέξεις του, κι η εικόνα του άγριου Σαρακηνού έγινε η εικόνα του αγίου αγγέλου του. Το αγιασμένο κεφάλι έπεσε και κύλισε προς την πλευρά της θάλασσας, η οποία ξαφνιάστηκε και ρίγησε, νιώθοντας την αρμύρα της ν’ αυξάνει από τα δάκρυα που ακόμη κυλούσαν από τα βαθουλωμένα μάτια…
Δεν επέτρεψε ο Κύριος να δει ο Σωφρόνιος δύο πράγματα. Δεν είδε  την άμεση επέμβαση της Πρόνοιας του Θεού. Γιατί έδωσε εντολή ο Κύριος σ’ ένα όρνιο που πετούσε λίγο παραπέρα, να γυρίσει σαν αέρας καταπάνω στον Σαρακηνό. Το όρνιο άρπαξε το όργανο του διαβόλου με τα τεράστια σιδερένια νύχια του, το πήγε ψηλά στον ουρανό και το άφησε να πέσει πάνω στις πέτρες, θρυμματίζοντας κάθε κόκκαλο και ακέραιο σώμα. Οι δαίμονες παραμόνευαν και παρέλαβαν με χαρά και ουρλιαχτά την άθλια ψυχή του.
Δεν είδε επίσης ο Σωφρόνιος, σκεπασμένος από τους αγίους αγγέλους και προσβλέποντας στο φως του Ήλιου της δικαιοσύνης που τον φώτιζε, τρεις άλλους ερημίτες, «βοσκούς» σαν κι αυτόν, που από παρακείμενο βουνό παρακολουθούσαν ό,τι διαδραματιζόταν.
Συγκλονισμένοι αυτοί, σταυροκοπήθηκαν και γονάτισαν. Με δάκρυα στα μάτια ξεκίνησαν να προσεύχονται και για τις δύο ψυχές…
(Από το «Λειμωνάριον» του Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 21)

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (48)


«Γνωρίζοντας  ο Δεσπότης Χριστός ότι προς την εξωτερική εμφάνιση συμμορφώνεται και η αφανής αρετή της ψυχής, φορώντας το λέντιο μάς υπέδειξε μέθοδο για να βαδίζουμε την οδό της ταπεινώσεως. Διότι η ψυχή εξομοιώνεται με ό,τι ασχολείται και λαμβάνει τον τύπο και τη μορφή αυτών τα οποία πράττει» (λόγ. κε΄ 54).
Κοίταξε για μία ακόμη φορά πόσο καλός γνώστης της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο όσιος – άνθρωπος που δεν σπούδασε σε Σχολές και σε Πανεπιστήμια.  Οι γνώσεις του περί του ανθρώπου βασίζονται στην εκκλησιαστική παράδοση, κυρίως όμως στην ίδια την βαθιά προσωπική του πείρα από τον πολυχρόνιο αγώνα του κατά του Πονηρού διαβόλου και κατά των ψεκτών παθών του. Κι είναι γνωστό ότι μόνον ένας που έχει παλέψει με τον ίδιο τον εαυτό του μπορεί να έχει αληθινή αυτογνωσία, που θα πει ταυτοχρόνως και αληθινή ανθρωπογνωσία, αφού όλοι οι άνθρωποι στο βάθος μας είμαστε τελικώς ίδιοι.
Πρόσεξε, σου λέει λοιπόν ο όσιος. Αυτό με το οποίο ασχολείσαι και το οποίο πράττεις στην καθημερινότητά σου δεν είναι κάτι που το κάνεις για κάποιες ώρες ανεξάρτητα από τον ψυχισμό σου. Οι ασχολίες σου και οι πράξεις σου, δηλαδή οι σωματικές σου δραστηριότητες, σε στιγματίζουν και σε καθορίζουν: επηρεάζουν άμεσα την ψυχή σου, τόσο που εξομοιώνεται η ψυχή σου με αυτές! Κι αυτό συμβαίνει προφανώς, γιατί είμαστε ψυχοσωματικές οντότητες: ψυχή και σώμα συνθεωρούνται πάντοτε, χωρίς να μπορεί κανείς να  ξεδιαλύνει το ένα από το άλλο  – είμαστε η ψυχή μας, είμαστε το σώμα μας.  Μόνο ο θάνατος καταφέρνει το ακατόρθωτο αυτό, γι’ αυτό ακριβώς και χαρακτηρίζεται μυστήριο.
Ολόκληροι λοιπόν ως ψυχή και σώμα βρισκόμαστε κάθε φορά σε ό,τι πράττουμε.  Κι έχει τρομακτική σημασία η αλήθεια αυτή για την πνευματική σου ζωή. Σκέψου μόνο την προσευχή: αν προσεύχεσαι και συνηθίζεις να γονατίζεις, τότε και η ψυχή σου παίρνει τη φορά του γονατίσματος, δηλαδή της ταπείνωσης. Τα εκκλησιαστικά μας κείμενα βρίθουν από τις προτροπές του «κλίνειν το γόνυ της καρδίας»! Το ίδιο και οι μετάνοιες, μικρές και μεγάλες: μαθαίνουν και την ψυχή να προσπίπτει στον Κύριο. Προέκτεινε τον λόγο, όπως κάνει και ο όσιος με τον ίδιο τον Κύριο στο πλύσιμο των ποδιών των μαθητών Του: η διακονική ποδιά, το λέντιο, που φορούσε, λειτουργούσε ως δύναμη προσομοίωσης και για τη διακονική και ταπεινή στάση της ψυχής. Οπότε και τα ρούχα που φοράς και η εν γένει εξωτερική σου εμφάνιση δεν είναι άσχετα προς το περιεχόμενο της ψυχής σου. Σεμνή εμφάνιση σημαίνει ελκτική δύναμη για τη σεμνότητα και της ψυχής. «Χλιδάτη» και προκλητική εμφάνιση οδηγεί σε φυσίωση και αλαζονεία της ψυχής.
Τελικά, με ό,τι ασχολείσαι, αυτό και γίνεσαι! Είτε θετικά είτε αρνητικά!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Το απολυτίκιο της ημέρας του Ευαγγελισμού μας επισημαίνει μεταξύ άλλων και το πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη Θεοτόκο. Καλούμαστε να τη δούμε γεμάτη από τη χάρη και το φως του Θεού. Όχι γιατί από μόνη της έχει την ιδιαιτερότητα αυτή, αλλά γιατί ο ίδιος ο Θεός προσέβλεψε πάνω της και την επισκίασε με το Πανάγιο Πνεύμα Του. Η Παναγία, ιδίως μετά τον Ευαγγελισμό, ποτέ δεν είναι μόνη της. Μολονότι και προ του Ευαγγελισμού είχε τη χάρη του Θεού λόγω της αγιασμένης ζωής της – μη ξεχνάμε ότι από παιδούλα τριών ετών εισήλθε στον Ναό και ζούσε με συνεχείς προσευχές και νηστείες – όμως εκεί που έλαβε τη σχετική πληρότητα της χάρης ήταν στον Ευαγγελισμό της, οπότε έκτοτε η παρουσία του Χριστού την συνόδευε σε κάθε βήμα της και σε κάθε εκδήλωση της ζωής της. Γι’ αυτό και στο πρόσωπο της Παναγίας κρίνεται και η ποιότητα της πίστης των Χριστιανών: τυχόν αποδοχή της Παναγίας ως Κεχαριτωμένης και φανέρωσης του Ιησού Χριστού σημαίνει ορθή αποδοχή και Εκείνου. Τυχόν απόρριψη ή υποβάθμιση της Παναγίας σημαίνει ταυτοχρόνως και απόρριψη ή αλλοίωση της εικόνας και του Χριστού.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

… ΚΑΙ ΛΟΓΟΝ ΕΡΕΥΞΟΜΑΙ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΔΙ ΜΗΤΡΙ…


Δ΄ Χαιρετισμοί
«Χαίρε, χρωτός του εμού θεραπεία· χαίρε, ψυχής της εμής σωτηρία»
(Χαίρε Παναγία, που είσαι η θεραπεία του σώματός μου και η σωτηρία της ψυχής μου).
Σε κάθε πρόβλημα αρρώστιας και πόνου, το πρώτο όνομα που έρχεται στα χείλη των πιστών, κι ίσως και πιο μπροστά και από τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, είναι της Παναγίας. «Παναγία μου, βοήθα με», κραυγάζουν όλοι, μυστικά, νοερά, φωναχτά – ακόμη κι οι θεωρούμενοι «άθεοι» -  νιώθοντας ότι Αυτή είναι η πρώτη καταφυγή τους, Εκείνη που θα σκύψει να αφουγκραστεί το πρόβλημά τους και θα δώσει απάντηση στον όποιο πόνο και την όποια δοκιμασία τους. Και μην πει κανείς ότι αυτό δεν είναι σωστό γιατί προηγείται ο Κύριος,  διότι ο Κύριος αφενός χαίρεται όταν αναφέρονται οι άνθρωποι στην Παναγία Μητέρα Του – η Παναγία αποτελεί  τη μεγαλύτερη χαρά Του ως συνισταμένη όλων των χαρίτων και όλης της ομορφιάς του κόσμου! – αφετέρου η όποια, παρακλητική ή δοξολογική, αναφορά σ’ Εκείνην στην πραγματικότητα είναι αναφορά στον Ίδιο: η Παναγία μας παίρνει τις προσευχές και τις επικλήσεις μας για να τις καταθέσει ενώπιον του Υιού και Θεού Της.
Και πράγματι: όλη η ιστορία της χριστιανικής πίστεως έχει καταγράψει άπειρο αριθμό θαυμάτων από τις φιλεύσπλαχνες επεμβάσεις της για τη θεραπεία όλων των σωματικών ασθενειών που έχουν αναφανεί στο ανθρώπινο γένος, κάθε φορά βεβαίως που υπάρχει η απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση: η πίστη προς τον Κύριο και την Ίδια. Ο λαός μας το γνωρίζει πολύ καλά: «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Κι ίσως για τους περισσοτέρους ισχύει αυτό που συνέβαινε και με τον όσιο Γέροντα Παΐσιο, ο οποίος συνήθιζε να λέγει ότι στο κάθε πρόβλημά του στρεφόταν πρώτα στην Παναγία, γιατί «ντρεπόταν» να στραφεί σ’ Εκείνον που είναι ο άπειρος και παντοδύναμος Θεός. «Την Παναγία την κρατάω από το φουστάνι διαρκώς» ήταν ένας συγκινητικός και χαριτωμένος λόγος του.
Όμως η Εκκλησία μας επισημαίνει το αυτονόητο: μαζί με τις δεήσεις στην Παναγία για τη θεραπεία των σωματικών μας ασθενειών πρέπει να καταφεύγουμε σ’ Εκείνην και για την ίαση των ψυχικών πνευματικών μας ασθενειών, την ίαση δηλαδή από τα πάθη μας. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σώμα. Είναι και ψυχή, η οποία όταν πάσχει  λόγω των παθών της οδηγεί σε ό,τι χειρότερο υπάρχει: τον χωρισμό από τον αιώνιο Θεό. Οπότε μια θεραπεία σωματική χωρίς την ψυχική ίαση τι νόημα θα είχε; Να είναι ίσως κάποιος υγιής για να μπορεί να συνεχίζει μάλλον τις αμαρτίες του!
Την Παναγία πρέπει να Την επικαλούμαστε πάντοτε: πρώτα όμως για τη σωτηρία της ψυχής μας – ό,τι μας διδάσκει η Εκκλησία μας με το «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» - κι έπειτα, αν είναι προς το συμφέρον μας, και για τη θεραπεία του σώματός μας. Μη ξεχνάμε: ο Χριστός και η Παναγία μάς θέλουν ολόκληρους κοντά Τους, δηλαδή και με την ψυχή και με το σώμα μας. Για να μη συμβαίνει αυτό που και ο όσιος Γέροντας Πορφύριος είχε παρατηρήσει σε κάποια κυρία, που προσευχόταν μόνο για τη θεραπεία οφθαλμικής της πάθησης: «Δεν μου δόθηκες πνευματικά ολόκληρη. Προσευχόσουν μόνο για τη σωματική σου θεραπεία, κι όχι και της ψυχής σου»!  

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (47)


«Θα μας αναγνωρίσουν όλοι ως μαθητές του Θεού, όχι διότι μας υποτάσσονται οι δαίμονες, αλλά διότι τα ονόματά μας έχουν γραφεί στον ουρανό της ταπεινώσεως (πρβλ. Λουκ. ι΄ 20)» (λόγ. κε΄ 43).
Καυχιέσαι ότι είσαι μαθητής του Κυρίου κι ότι φέρεις πάνω σου το τιμημένο όνομα του χριστιανού. Στ’ αυτιά σου ίσως ηχεί νοερά η φωνή των πρώτων μαρτύρων της πίστεως, όταν σέρνονταν από τους άνομους προκειμένου να «δικαστούν», στην πραγματικότητα να καταδικαστούν με προειλημμένη απόφαση: «Χριστιανός είναι το όνομά μου». Μπορεί  να εύχεσαι και να οραματίζεσαι τη στιγμή που ο Θεός θα σου δώσει σπουδαία και μεγάλα χαρίσματα, σαν το… χάρισμα της θαυματουργίας! Και πες ότι ο Θεός σου τα έδωσε! Και κάνεις θαύματα, θεραπεύεις αρρώστιες, να σου πω ότι ανασταίνεις και νεκρούς, βγάζεις με την επίκληση του Κυρίου ακόμη και… δαιμόνια!
Αν νομίζεις ότι τα παραπάνω σε έχουν… σώσει, είσαι πολύ γελασμένος! Ο Κύριος καταρχάς ήταν απολύτως σαφής: «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε – είπε -  εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις». Το μοναδικό γνώρισμα ότι ανήκουμε στον Κύριο κι είμαστε μαθητές Του είναι, κατά τον ίδιο τον Κύριο, η αγάπη. Μπορεί λοιπόν να θαυματουργείς, να υποτάσσεις ακόμη και τον… διάβολο, και να είσαι δούλος του «υποταγμένου»! Πώς; Αν δεν έχεις την αγάπη Εκείνου, του ίδιου του Χριστού, που για να δεις την αγάπη Του αυτή πρέπει να κοιτάξεις τον Σταυρό Του! Μη ψάχνεις λοιπόν για θαύματα στη ζωή σου και χαρίσματα που ο Θεός τα δίνει μόνο σ’ αυτούς που είναι πράγματι δικοί Του! Μη ξεχνάς ότι θαύματα μπορεί να κάνει ακόμη κι αυτός ο Πονηρός. Όπως μπορεί να υποκριθεί την… ήττα του, ακριβώς για να σου μεταδώσει την αρρώστια του, την υπερηφάνεια!
Ο όσιος Ιωάννης εξηγεί τα παραπάνω, διευκρινίζοντας έναν άλλο λόγο του Κυρίου: Εκείνος είπε στους μαθητές Του, όταν γύρισαν αυτοί από το έργο που τους είχε αναθέσει κι ενθουσιασμένοι Του ανέφεραν ότι «και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν»: «μη χαίρεστε γι’ αυτό· να χαίρεστε, γιατί τα ονόματά σας είναι γραμμένα στον Ουρανό»! Κι εδώ βρίσκεται η συμβολή του οσίου: Ουρανός είναι ακριβώς η ταπείνωση! Αν τα ονόματά μας είναι γραμμένα πάνω της, που θα πει στην ουσία ότι εκείνη έχει κατασκηνώσει μέσα στην καρδιά μας, τότε όντως βρισκόμαστε από τώρα στους Ουρανούς. Με την ταπείνωση έχεις ανοίξει την κλειστή αλλιώς θύρα της καρδιάς σου, κι έχεις βρεις τον Παράδεισο, τον ίδιο τον Θεό σου!
Μην αγωνίζεσαι λοιπόν για λάθος πράγματα: να μπορείς να έχεις χαρίσματα και να κάνεις και θαύματα! Αγωνίσου για το «εν ου εστι χρεία». Την αγία ταπείνωση!

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (46)


«Είναι ακατόρθωτο να προέλθει από το χιόνι φλόγα. Περισσότερο όμως ακατόρθωτο είναι να ευρεθεί ταπείνωση στους ετεροδόξους, διότι το κατόρθωμα αυτό ανήκει μόνο στους πιστούς και ορθοδόξους και μάλιστα σε όσους εξ αυτών έχουν καθαρθεί από τα πάθη» (λόγ. κε΄31).
Το παράδειγμα είναι για να επιτείνει ο όσιος το αδύνατο και το ακατόρθωτο: χιόνι και φλόγα είναι αντιθετικές καταστάσεις· πολύ περισσότερο αντιθετικές είναι η ταπείνωση με την ετεροδοξία – νοουμένη η δεύτερη ασφαλώς είτε ως δόξα (=πίστη) άλλης θρησκείας είτε ως δόξα  αιρετικού χριστιανισμού. Που σημαίνει: αν είχε κανείς τη δυνατότητα να διανοίξει την καρδιά ενός εν επιγνώσει ετεροδόξου, όσο και να έψαχνε δεν θα έβρισκε μέσα της την ταπείνωση, άρα δεν θα έβρισκε και το κλειδί που ανοίγει τη θύρα της Βασιλείας του Θεού, μάλλον λόγω τύφλωσης δεν θα υπήρχε η δυνατότητα εύρεσης και της ίδιας της θύρας. Διότι θύρα αυτής της Βασιλείας είναι ακριβώς η αρετή αυτή! (29)
Τι θα έβρισκε τότε μέσα της; Γιατί πολλοί ετερόδοξοι σε όλες τις εποχές, και πριν από τον όσιο και μετέπειτα μέχρι σήμερα, αφιερώνονται στον Θεό, αγωνίζονται με πολλές πνευματικές ασκήσεις, λιώνουν ίσως ακόμη και στις προσευχές, στις νηστείες, στις αγρυπνίες, στις χαμαικοιτίες! Θα έβρισκε πολλές πιθανόν αρετές, πολλές «προκοπές», αλλά αναμειγμένες όλες με το δηλητήριο της αρρώστιας του διαβόλου, τον εγωισμό και την υπερηφάνεια. Κι αυτό συνιστά τη μέγιστη τραγωδία του θρησκευτικού λεγομένου ανθρώπου: να αγωνίζεται και να καταβάλλει κόπους, αλλά με μηδενικό τελικώς αποτέλεσμα! Κλασικό παράδειγμα; Ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τις αρετές και τα κατορθώματά του; Προσευχόταν, νήστευε, έδινε ελεημοσύνες… Δεν δικαιώθηκε όμως! Γιατί ακριβώς του έλειπε το ένα και μοναδικό: η ταπείνωση!
Μη σπεύσεις όμως να καυχηθείς για την ορθοδοξία σου! Ο όσιος αποκαλύπτει και τη δική σου πνευματική γύμνωση· και τη δική σου… ετεροδοξία! Γιατί ναι μεν επισημαίνει ότι στην ορθόδοξη μόνο πίστη φύεται η ταπείνωση -  άρα η πίστη αυτή μόνη οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού ως και διαφυλάττουσα την αληθινή εικόνα του Θεού εν Χριστώ και προσφέρουσα την ασφαλή οδό της μετανοίας στον άνθρωπο – όμως ορθόδοξος δεν είναι αυτός που η ορθοδοξία του μετριέται μόνο στα λόγια, αλλά αυτός που ασκείται πάνω στις εντολές του Χριστού και  που η ζωή του με τη χάρη Εκείνου γίνεται ζωή Χριστού! Συνεπώς ορθόδοξος είναι αυτός που έχει καθαρίσει, ή τουλάχιστον προσπαθεί να καθαρίζει, την καρδιά του από ό,τι εμπαθές και ψεύτικο υπάρχει, κι έτσι η καρδιά του είναι γεμάτη από το άρωμα της αληθινής αγάπης, που πατάει στέρεα στο έδαφος της ταπείνωσης! Λοιπόν, αναρωτήσου: είσαι πράγματι ορθόδοξος;

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΘΗΤΩΝ


Ο άγιος Ιωσήφ στέκεται με προσοχή και στο χαρισματικό σημείο της επίδρασης της μητέρας του οσίου επάνω του. Πράγματι, δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει εύκολα αυτό που επισημαίνει το συναξάρι του, ότι στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του θυμήθηκε τις παραινέσεις της μητέρας του. Πρόκειται ασφαλώς για μία ιδιαίτερη χάρη του Θεού, ο Οποίος δεν μας αφήνει σε ησυχία κι έρχεται να μας υπενθυμίσει την παρουσία Του, τότε που υπάρχει κάποια κρίση στη ζωή μας. Τα λόγια της μητέρας του οσίου, με άλλα λόγια, ειπωμένα σε χρόνο ανύποπτο προφανώς, καρποφόρησαν τότε που ήταν έτοιμος να τα αποδεχτεί. Και η πιο πρόσφορη ώρα για κάτι τέτοιο ήταν η ώρα της μάχης που διακυβευόταν και η ίδια η ζωή του. Στο σκοτάδι της δυσκολίας λειτούργησαν τα λόγια αυτά που παρέπεμπαν στον Χριστό ως φως.῾Έλαμψε φως στην καρδιά σου από τα θεία λόγια της μητέρας σου, όσιε᾽ (῾Φως επέλαμψε σου τη καρδία, θείοις ρήμασι της σε τεκούσης) (κάθισμα όρθρου). Αυτό που συνέβη στον όσιο θυμίζει μία σύγχρονη περίπτωση αδελφού, ο οποίος σε κάποια περιοχή της πατρίδος μας ευρισκόμενος επηρεάστηκε πολύ από Βουδιστές, τόσο που πήγε και έζησε και στο Θιβέτ. Κι εκεί που ο νους του ήταν εντελώς θολωμένος και συγχυσμένος από ό,τι τον έβαζαν να κάνει και να λέει, ξαφνικά του ήρθε στη σκέψη το όνομα του Χριστού. Αυτό που είχε ακούσει παλαιότερα, η μνημόνευση του αγίου ονόματός Του, λειτούργησε εντελώς θεραπευτικά και προς εξυπνισμό του. Ήταν η ώρα της επίσκεψης του Θεού και από τότε, έστω και με δυσκολία, επανήλθε στην πίστη, γινόμενος ένθερμος πιστός. Και οι δύο περιπτώσεις – ελάχιστες μέσα σε απειρία παρομοίων – μας θυμίζουν ότι ο λόγος του Θεού έχει τεράστια δύναμη, που λειτουργεί όμως υπογείως᾽. Κανείς δεν πρέπει να βιάζεται ούτε και να απογοητεύεται, όταν δεν βλέπει άμεσα αποτελέσματα της σποράς του λόγου του. Η καρποφορία είναι θέμα του Θεού, που ενεργοποιεί τον σπόρο, όταν υπάρχει βεβαίως και η καλή διάθεση του ανθρώπου. Κι αυτήν την τελευταία επισήμανση περί καλής διαθέσεως την καταγράφει ο άγιος υμνογράφος: ῾Υπακούοντας στις θεϊκές παραινέσεις της μητέρας σου, απόκτησες Νίκων τη  δύναμη του Σταυρού στους πολέμους᾽(῾Ταις θείαις της μητρός ευπειθών παραινέσεσι, την δύναμιν, Νίκων, έσχες του Σταυρού εν πολέμοις᾽) (ωδή ε´).